Φορτηγά που προσπερνούν φορτηγά που προσπερνούν φορτηγά στη μονοτονία της εθνικής οδού. Ασφυκτιάς κάτω από έναν βαρύ, ενοχικό ουρανό. Κάποτε ξέραμε τι είναι η γαλήνη, θυμάσαι;
Τώρα η ζωή μοιάζει να επιταχύνεται αέναα, δε σου αφήνει χρόνο ούτε για λίγες στιγμές ζωογόνου, υπαρξιακής κατάθλιψης. Μόνο παράνοια πια, μόνο ελιγμοί, και παζάρια, και αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Δεν είναι ότι γίνεσαι λιγότερο εγωιστής, όχι- ποτέ δεν το πίστεψες αυτό, και μάλλον είχες δίκιο. Είναι απλά ότι τα όρια του εγώ σου διευρύνονται. Τα σύνορα σου επεκτείνονται τόσο που δυσκολεύεσαι να τα διαφυλάξεις από εχθρικές εισβολές.
Και είναι πολλές, οι εχθρικές εισβολές. Είναι συνεχείς, επίμονες, ψυχοφθόρες. Ζητιανεύεις λίγα ψίχουλα κατανόησης κι όλοι σου λένε πως αυτό που ζεις δεν είναι καθόλου μα καθόλου μοναδικό.
Η μοναξιά της μη μοναδικότητας. Οχι λιγότερο επώδυνη από άλλες μοναξιές.
Θέλεις να ξεκολλήσεις από πάνω σου το μανδύα της κανονικότητας και να κυλιστείς στην άμμο γυμνός.
Ζητάς να δημοσιεύσουν την αγγελία σου για μερικά τετραγωνικά μέτρα σιωπής, μα ούτε η χρυσή ευκαιρία δεν απαντά πια στις εκκλήσεις σου.
Oνειρεύομαι πως θα έρθεις να με συναντήσεις εκεί που κάποτε με μάθαινες να ονειρεύομαι.
Monday, 6 June 2016
Wednesday, 2 March 2016
Ρεαλισμός
Ξεκινάω κάθε μέρα να γράφω και κάθε μέρα αποτυγχάνω. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πραγματικότητα, έτσι τις τελευταίες νύχτες ξαγρυπνάω ζητιανεύοντας θραύσματα νηφαλιότητας από αυτάρκεις περαστικούς.
Από το παράθυρο μου βλέπω να περνάει και να απομακρύνεται η υπόσχεση μιας ζωής διαφορετικής, χορτάτης, ολόκληρης, καθώς ζυγίζω ξανά και ξανά τις επιλογές μου ανίκανη να πάρω μια απόφαση. Απειλητικό ορθώνεται μπροστά μου το άγνωστο. Επιστρέφω απρόθυμα στην πνιγηρή ασφάλεια της παιδικής ηλικίας.
Οι επαναστάσεις μας; Φτηνά τρικ για να εντυπωσιάζουμε αδαείς θεατές. Οι συμβιβασμοί μας; Σωροί πτωμάτων που σαπίζουν κάτω από τα κρεβάτια μας.
Ίσως δεν στο είπα ποτέ: είσαι ο μοναδικός αστερισμός σε έναν ουρανό που είχε από καιρό ξεχάσει τι σημαίνει φως.
Από το παράθυρο μου βλέπω να περνάει και να απομακρύνεται η υπόσχεση μιας ζωής διαφορετικής, χορτάτης, ολόκληρης, καθώς ζυγίζω ξανά και ξανά τις επιλογές μου ανίκανη να πάρω μια απόφαση. Απειλητικό ορθώνεται μπροστά μου το άγνωστο. Επιστρέφω απρόθυμα στην πνιγηρή ασφάλεια της παιδικής ηλικίας.
Οι επαναστάσεις μας; Φτηνά τρικ για να εντυπωσιάζουμε αδαείς θεατές. Οι συμβιβασμοί μας; Σωροί πτωμάτων που σαπίζουν κάτω από τα κρεβάτια μας.
Ίσως δεν στο είπα ποτέ: είσαι ο μοναδικός αστερισμός σε έναν ουρανό που είχε από καιρό ξεχάσει τι σημαίνει φως.
Monday, 23 November 2015
Σταυροδρόμια
'Ύστερα μας τέλειωσαν πάλι οι λέξεις κι έπρεπε να βγούμε για κυνήγι. Έψαξα μάταια για μυστικές οδηγίες στα μάτια σου. Νύχτωσε νωρίς, διπλώσαμε προσεκτικά τις ερωτήσεις και τις βάλαμε στα συρτάρια τους, είπαμε ένα βιαστικό αντίο πριν φύγουμε προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Τι σημαίνει να αποβάλλεις τους εαυτούς σου όπως τα φίδια το δέρμα τους, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής; Ανέκαθεν δυσκολευόσουν να πιστέψεις στην ίδια σου την οντότητα.
Τώρα, καθώς ακροβατείς γεμάτος περιέργεια και δισταγμό στο κατώφλι ενός νέου κόσμου, το βλέμμα σου ψάχνει ασυναίσθητα για τις εξόδους κινδύνου, ενώ η καρδιά σου σκιρτά στην ελπίδα της μόνιμης εγκατάστασης.
Όσο για την ψυχή σου, εκείνη δεν την είδε ποτέ κανείς.
Τι σημαίνει να αποβάλλεις τους εαυτούς σου όπως τα φίδια το δέρμα τους, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής; Ανέκαθεν δυσκολευόσουν να πιστέψεις στην ίδια σου την οντότητα.
Τώρα, καθώς ακροβατείς γεμάτος περιέργεια και δισταγμό στο κατώφλι ενός νέου κόσμου, το βλέμμα σου ψάχνει ασυναίσθητα για τις εξόδους κινδύνου, ενώ η καρδιά σου σκιρτά στην ελπίδα της μόνιμης εγκατάστασης.
Όσο για την ψυχή σου, εκείνη δεν την είδε ποτέ κανείς.
Thursday, 2 July 2015
Παλινδρόμηση
Γυρνάς ξανά στο σκοτάδι γιατί μόνο εδώ κυλούν τα παγωμένα ποτάμια της έμπνευσης. Σπέρνεις γύρω σου το χάος γιατί μόνο στη θολή του αντανάκλαση αναγνωρίζεις, φριχτά παραμορφωμένο, το πρόσωπο σου.
Απελπισία σημαίνει να μην έχεις πια τίποτα να χάσεις. Ολομόναχος μέσα στη σιωπή ανακαλύπτεις τα κρυμμένα ίχνη της ποίησης. Κι ο έρωτας, είχε πει ο ποιητής, είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Αν δεν είμαστε πλασμένοι για την ευτυχία, τι γυρεύουμε σ' αυτή τη γή; ρωτάς χωρίς να περιμένεις απάντηση. Οι θεοί βουβάθηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια και οι άνθρωποι δε σταματούν να φωνάζουν ασυνάρτητα.
Σκεπάσου ξανά με το μανδύα της θλίψης, κοιμήσου τον ύπνο της εγκατάλειψης, ικέτεψε για άφεση αμαρτιών γνωρίζοντας πως τη συγχώρεση του εαυτού σου δεν θα την κερδίσεις ποτέ.
Κι όταν ξημερώσει, αν ξημερώσει, θα στολίσουμε μαζί τις ρημαγμένες υποσχέσεις του μέλλοντος με ψευδαισθήσεις ηλιαχτίδων.
Tuesday, 7 April 2015
Bραχυκύκλωμα
Αφήνω ένα σημείωμα αυτοκτονίας στο περβάζι σου. Το διαβάζεις και λες πως σ´ αρέσει.
Ξυπνάω διψασμένη λίγο πριν ξημερώσει. Μένω ξαπλωμένη με τα μάτια ορθάνοιχτα ως το πρωί. Ακούω σκυλιά να γαβγίζουν και τιτιβίσματα. Έρχεται πάλι η άνοιξη να μας πληγώσει γλυκά.
Η θετική σκέψη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να πάψεις να πιστεύεις στη μαγεία των μικρών πραγμάτων.
Μια μέρα θα ανακαλύψουν πως ο διακόπτης της αισιοδοξίας βρίσκεται στον πίνακα ελέγχου του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Κάτι σαν ρελέ προστασίας.
Πώς αλλιώς να κρατήσεις στη ζωή ένα ον που αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της ίδιας του της ύπαρξης;
Στο μετρό χαζεύω ένα αγόρι που θυμίζει κάποιον παιδικό μου έρωτα.
Κλαίω για το παρόν που χάνεται ενώ κλαίω.
Ξυπνάω διψασμένη λίγο πριν ξημερώσει. Μένω ξαπλωμένη με τα μάτια ορθάνοιχτα ως το πρωί. Ακούω σκυλιά να γαβγίζουν και τιτιβίσματα. Έρχεται πάλι η άνοιξη να μας πληγώσει γλυκά.
Η θετική σκέψη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να πάψεις να πιστεύεις στη μαγεία των μικρών πραγμάτων.
Μια μέρα θα ανακαλύψουν πως ο διακόπτης της αισιοδοξίας βρίσκεται στον πίνακα ελέγχου του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Κάτι σαν ρελέ προστασίας.
Πώς αλλιώς να κρατήσεις στη ζωή ένα ον που αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της ίδιας του της ύπαρξης;
Στο μετρό χαζεύω ένα αγόρι που θυμίζει κάποιον παιδικό μου έρωτα.
Κλαίω για το παρόν που χάνεται ενώ κλαίω.
Friday, 3 April 2015
Υστερολογίες
Της άρεσε να κλαίει σε παγκάκια, σκαλιά και σταθμούς τρένων, ελπίζοντας ίσως στην παρέμβαση κάποιου τρυφερού αγνώστου.
Να τραγουδάει δυνατά στους έρημους δρόμους τη νύχτα. Να περπατάει με κλειστά μάτια, σε μια αυθόρμητη πράξη παραίτησης.
Λάτρευε τις ηλιόλουστες μέρες, τα φρούτα του καλοκαιριού, τις νυχτερίδες και τα σημεία στίξης.
Συνήθιζε να ονειρεύεται το αύριο κι ύστερα να το σκορπάει από την κουπαστή του πλοίου στη θάλασσα, τροφή για τους γλάρους και τα δελφίνια.
Ύστερα είπαν πως, αντί επιλόγου, άφησε μόνο ένα ημερολόγιο αστρονομικών παρατηρήσεων και ένα λιβάδι με παπαρούνες.
Να τραγουδάει δυνατά στους έρημους δρόμους τη νύχτα. Να περπατάει με κλειστά μάτια, σε μια αυθόρμητη πράξη παραίτησης.
Λάτρευε τις ηλιόλουστες μέρες, τα φρούτα του καλοκαιριού, τις νυχτερίδες και τα σημεία στίξης.
Συνήθιζε να ονειρεύεται το αύριο κι ύστερα να το σκορπάει από την κουπαστή του πλοίου στη θάλασσα, τροφή για τους γλάρους και τα δελφίνια.
Ύστερα είπαν πως, αντί επιλόγου, άφησε μόνο ένα ημερολόγιο αστρονομικών παρατηρήσεων και ένα λιβάδι με παπαρούνες.
Friday, 13 March 2015
Διάψευση
Κανένας δεν φανταζόταν τι θα συνέβαινε όταν θα άνοιγε το κουτί των επιθυμιών και εκείνες θα ξεχύνονταν λυσσασμένες, αχόρταγες, εμμονικές, αποφασισμένες να εκδικηθούν για όλα τα χρόνια της επιβεβλημένης σιωπής.
«Η ελπιδα ειναι σαν τα αγριολουλουδα», είχε γράψει κάποτε στην τελευταία σελίδα ενός τετραδίου γεμάτου υποθετικούς διαλόγους και παραληρήματα.
«Φυτρώνει όπου γουστάρει- σε σκασμένους τοίχους, ρωγμές στην άσφαλτο και τα λάστιχα εγκαταλειμμένων αυτοκινήτων. Αλλά δεν μπορείς να την καλλιεργήσεις ή να τη βάλεις σε βάζο, ούτε να αποστάξεις το άρωμα της».
Συναντηθήκαμε σε έναν απρόσωπο θάλαμο νοσοκομείου. «Τι συνέβη;», τη ρώτησα. «Αφυδάτωση», μου απάντησε.
'Αθελα μου κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχα σχεδόν ξεχάσει πια την αίσθηση του αέρα στο δέρμα μου, πίστευα όμως πως είχα διατηρήσει μια κάποια επαφή με τον χρόνο ή, έστω, τις εποχές. Η ταλαιπωρημένη αμυγδαλιά δίπλα στην είσοδο ήταν ακόμα ανθισμένη.
«Οχι από τη ζέστη», ψιθύρισε, σαν να μάντευε τις σκέψεις μου. «Από τα δάκρυα».
Δεν θα αργούσαμε να διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα υπάρχει μόνο για να επιβεβαιώνει τη φαντασία.
«Η ελπιδα ειναι σαν τα αγριολουλουδα», είχε γράψει κάποτε στην τελευταία σελίδα ενός τετραδίου γεμάτου υποθετικούς διαλόγους και παραληρήματα.
«Φυτρώνει όπου γουστάρει- σε σκασμένους τοίχους, ρωγμές στην άσφαλτο και τα λάστιχα εγκαταλειμμένων αυτοκινήτων. Αλλά δεν μπορείς να την καλλιεργήσεις ή να τη βάλεις σε βάζο, ούτε να αποστάξεις το άρωμα της».
Συναντηθήκαμε σε έναν απρόσωπο θάλαμο νοσοκομείου. «Τι συνέβη;», τη ρώτησα. «Αφυδάτωση», μου απάντησε.
'Αθελα μου κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχα σχεδόν ξεχάσει πια την αίσθηση του αέρα στο δέρμα μου, πίστευα όμως πως είχα διατηρήσει μια κάποια επαφή με τον χρόνο ή, έστω, τις εποχές. Η ταλαιπωρημένη αμυγδαλιά δίπλα στην είσοδο ήταν ακόμα ανθισμένη.
«Οχι από τη ζέστη», ψιθύρισε, σαν να μάντευε τις σκέψεις μου. «Από τα δάκρυα».
Δεν θα αργούσαμε να διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα υπάρχει μόνο για να επιβεβαιώνει τη φαντασία.
Monday, 9 February 2015
Τεχνάσματα
Στα όνειρα σου, η ελπίδα εναλλάσσεται με την απόγνωση. Χάνεις, βρίσκεις, χάνεις το νόημα και περιστρέφεσαι αέναα σε δίνες αυτοτροφοδοτούμενων σκέψεων. Θα ήθελες να ήσουν δυνατός, ελεύθερος, αλώβητος, αλλά περιβάλλεσαι από μυριάδες υπαρκτές και φανταστικές απειλές.
Συχνά λυγίζεις κάτω από το φορτίο της συνειδητότητας. Σκέφτεσαι πως ουδέποτε θεμελίωσες δικαίωμα στη θλίψη, κι όμως εξακολουθεί να σου ασκεί μία ανεξήγητη γοητεία.
Καλείσαι να αντιμετωπίσεις τις συκοφαντικές επιθέσεις καθ’ όλα καλοπροαίρετων συνομιλητών- μα δεν βλέπεις πως τα έχεις όλα; Οι ενοχές ως θεραπεία-σοκ της αυτοαπαξίωσης. Σπεύδεις να ακολουθήσεις το πρωτόκολλο: φοράς τη μάσκα σου και υποκλίνεσαι στωικά.
Καμιά φορά τολμάς να ψηλαφίσεις το αδρό περίγραμμα του ιδεατού. Η απογοήτευση δεν φεύγει ποτέ από το φάσμα των δυσανάλογα πιθανών σεναρίων. Αφήνεσαι. Κατρακυλάς. Ξανασηκώνεσαι και καταρρέεις με ανεπιτήδευτη παραίτηση.
Μέσα σου, μια ανυπότακτη παράλογη μειοψηφία επιμένει να εξασκεί τις αμφίβολες καλλιτεχνικές της ικανότητες χρωματίζοντας μαύρες τρύπες, συνθέτοντας σιωπηλές μελωδίες και πασχίζοντας να σκαλίσει στο γρανίτη την ακαθόριστη μορφή της ευτυχίας.
Συχνά λυγίζεις κάτω από το φορτίο της συνειδητότητας. Σκέφτεσαι πως ουδέποτε θεμελίωσες δικαίωμα στη θλίψη, κι όμως εξακολουθεί να σου ασκεί μία ανεξήγητη γοητεία.
Καλείσαι να αντιμετωπίσεις τις συκοφαντικές επιθέσεις καθ’ όλα καλοπροαίρετων συνομιλητών- μα δεν βλέπεις πως τα έχεις όλα; Οι ενοχές ως θεραπεία-σοκ της αυτοαπαξίωσης. Σπεύδεις να ακολουθήσεις το πρωτόκολλο: φοράς τη μάσκα σου και υποκλίνεσαι στωικά.
Καμιά φορά τολμάς να ψηλαφίσεις το αδρό περίγραμμα του ιδεατού. Η απογοήτευση δεν φεύγει ποτέ από το φάσμα των δυσανάλογα πιθανών σεναρίων. Αφήνεσαι. Κατρακυλάς. Ξανασηκώνεσαι και καταρρέεις με ανεπιτήδευτη παραίτηση.
Μέσα σου, μια ανυπότακτη παράλογη μειοψηφία επιμένει να εξασκεί τις αμφίβολες καλλιτεχνικές της ικανότητες χρωματίζοντας μαύρες τρύπες, συνθέτοντας σιωπηλές μελωδίες και πασχίζοντας να σκαλίσει στο γρανίτη την ακαθόριστη μορφή της ευτυχίας.
Thursday, 15 January 2015
Mόνο τα άστρα πεθαίνουν από μοναξιά
Και κάπου κάπου τα συσσωρευμένα δάκρυα ορμούν σαν ασυγκράτητοι χείμαρροι, πλημμυρίζοντας τις πεδιάδες της σιωπής. Οι λυγμοί σου είναι άηχα ουρλιαχτά ικεσίας- προσεύχεσαι σε θεούς και δαίμονες, γνωρίζοντας πως δεν σε ακούει κανείς.
Νύχτες σαν αυτές σκέφτεσαι το θάνατο ως άλλο αμνιακό σάκο: ζεστό, υγρό, φιλόξενο. Η ζωή είναι αίμα, πόνος, κραυγές και το ανελέητο φως του έξω κόσμου. Γιατί να θελήσεις να αποδράσεις; Αν είχες το θάρρος, θα βυθιζόσουν στο καταπραϋντικό σκοτάδι της ανυπαρξίας.
Ύστερα συνέρχεσαι. Χάνεσαι σε ένα όνειρο πηχτό και κολλώδες. Για να ξυπνήσεις, φαντάζεσαι μια γάτα να σου γλείφει τα βλέφαρα. Τρυφερά. Χωρίς βιασύνη.
Ενάντια σε ότι σε έχει διδάξει η πληγωμένη υπερηφάνεια σου, προσπαθείς να μάθεις ξανά να μοιράζεσαι. Κάθε πρωινό, ένας καινούριος κόσμος, ένας καινούριος φόβος, μία απρόσμενη καινούρια αγαλλίαση.
Friday, 19 December 2014
Υποθέσεις
Aργά ή γρήγορα θα άρχιζαν ξανά να μετρούν την απόσταση σε αποσιωπήσεις, μικρά αθώα ψέματα και βουβές απογοητεύσεις.
Ύστερα θα τους μπέρδευαν οι υπολογισμοί και θα βυθίζονταν ξανά στη μοναχική πληρότητα ενός αδιάσπαστου σύμπαντος.
Αργά ή γρήγορα θα πατούσαν τη σκανδάλη και θα σκόρπιζαν θραύσματα αγέννητων ονείρων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Σαν δορυφόροι θα διέγραφαν ελλειπτικές τροχιές στο γαλαξία της ματαιότητας, γνωρίζοντας πως ό,τι αγάπησαν θα γίνει στάχτη, πως το κύμα θα σβήσει τα ίχνη τους στην άμμο και τα ονόματα τους θα ξεχαστούν.
Κι όπως θα προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αρπαχτούν από το φευγαλέο αδηφάγο Σήμερα, θα μετατρέπονταν σε χιονονιφάδες μισολιωμένων προσδοκιών, θα κατακυλούσαν αβοήθητα προς το ένα αναπότρεπτο Τέλος...
Και δεν θα άφηναν τίποτα όρθιο στο πέρασμα τους.
Ύστερα θα τους μπέρδευαν οι υπολογισμοί και θα βυθίζονταν ξανά στη μοναχική πληρότητα ενός αδιάσπαστου σύμπαντος.
Αργά ή γρήγορα θα πατούσαν τη σκανδάλη και θα σκόρπιζαν θραύσματα αγέννητων ονείρων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Σαν δορυφόροι θα διέγραφαν ελλειπτικές τροχιές στο γαλαξία της ματαιότητας, γνωρίζοντας πως ό,τι αγάπησαν θα γίνει στάχτη, πως το κύμα θα σβήσει τα ίχνη τους στην άμμο και τα ονόματα τους θα ξεχαστούν.
Κι όπως θα προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αρπαχτούν από το φευγαλέο αδηφάγο Σήμερα, θα μετατρέπονταν σε χιονονιφάδες μισολιωμένων προσδοκιών, θα κατακυλούσαν αβοήθητα προς το ένα αναπότρεπτο Τέλος...
Και δεν θα άφηναν τίποτα όρθιο στο πέρασμα τους.
Thursday, 20 November 2014
Προσγείωση
Είδαν τον ήλιο να δύει πάνω από τα κουφάρια των παλιών καραβιών, ένα μουντό απόγευμα της εφηβείας τους. Ορκίστηκαν τότε να μείνουν ζωντανοί για όσο ακόμα θα μπορούσαν να διαβάζουν, για όσο ακόμα θα υπήρχαν βιβλία. Η λογοτεχνία ήταν το πρώτο ναρκωτικό τους. Αργότερα θα δοκίμαζαν κι άλλα, μα ποτέ κανένα το ίδιο αποτελεσματικό.
Μεγαλώνοντας, έπαψαν να ερωτεύονται ανεξερεύνητα τοπία, διάττοντες αστέρες και αποδημητικά πουλιά. Έστρεψαν την προσοχή τους στους ανθρώπους- αγαπούσαν ανθρώπους που έφευγαν αναζητώντας πιο θερμά κλίματα, ανθρώπους που διέγραφαν φαντασμαγορικές φλεγόμενες τροχιές πριν διαλυθούν στο έδαφος, ανθρώπους που ήταν αδύνατον να χαρτογραφηθούν.
Μεγαλώνοντας, ανακάλυψαν πως η ωριμότητα ήταν ένα άπιαστο ιδανικό και η φαντασία το μοναδικό τους καταφύγιο από την κυνική, αποστεγνωμένη πραγματικότητα των ενηλίκων. Δεν ανησυχούσαν πια μήπως τους τελειώσουν οι λέξεις. Τις ηλιόλουστες μέρες, η ζωή έμοιαζε σχεδόν ευφικτή.
Μεγαλώνοντας, έπαψαν να ερωτεύονται ανεξερεύνητα τοπία, διάττοντες αστέρες και αποδημητικά πουλιά. Έστρεψαν την προσοχή τους στους ανθρώπους- αγαπούσαν ανθρώπους που έφευγαν αναζητώντας πιο θερμά κλίματα, ανθρώπους που διέγραφαν φαντασμαγορικές φλεγόμενες τροχιές πριν διαλυθούν στο έδαφος, ανθρώπους που ήταν αδύνατον να χαρτογραφηθούν.
Μεγαλώνοντας, ανακάλυψαν πως η ωριμότητα ήταν ένα άπιαστο ιδανικό και η φαντασία το μοναδικό τους καταφύγιο από την κυνική, αποστεγνωμένη πραγματικότητα των ενηλίκων. Δεν ανησυχούσαν πια μήπως τους τελειώσουν οι λέξεις. Τις ηλιόλουστες μέρες, η ζωή έμοιαζε σχεδόν ευφικτή.
Wednesday, 15 October 2014
Ανεπίσημα νεκροί
Ονειρευόταν το ποτάμι. Καμπύλες γραμμές, επιπλέουσες επιθυμίες, αφρισμένα όνειρα. Ένα εύθραυστο καλοκαίρι στις αρχές του χειμώνα.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, δεν φοβούνται πια το σκοτάδι. Μόνο η ζωή τα τρομάζει λιγάκι. Το αδρό περίγραμμα της ματαιότητας. Η μοναξιά με το υπνωτικό της άγγιγμα. Απόγνωση απαλή σαν χάδι.
Ευτυχώς η πάθηση σας έχει όνομα, λένε. Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής. Τι μπορεί να διαταράσσει την ελλειμματική προσοχή, αναρωτιέσαι; Δεν σου πολυαρέσει η φράση, θα προτιμούσες κάτι πιο ποιητικό.
Σύνδρομο αποσπασματικής επίγνωσης, για παράδειγμα. Λανθάνων μανιοσουρεαλισμός. Εκφυλιστική μελαγχολία. Καλπάζουσα κακοήθης νοσταλγία. Η χρόνια ενδοσκόπηση αναμφίβολλα κατατάσσεται στην κατηγορία των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Ο,τι έχει όνομα έχει και θεραπεία, λένε. Αν όχι, τουλάχιστον η διάγνωση εξασφαλίζει ένα άριστο πιστοποιητικό θανάτου. Ο θάνατος από γνωστά αίτια είναι, φυσικά, προτιμότερος. Εμπνέει σεβασμό. Θερμά συλληπητήρια. Και τα σχετικά.
Ανησυχώ πως μια μέρα θα πεθάνουμε ακριβώς όπως ζήσαμε- αναιτιολόγητα.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, δεν φοβούνται πια το σκοτάδι. Μόνο η ζωή τα τρομάζει λιγάκι. Το αδρό περίγραμμα της ματαιότητας. Η μοναξιά με το υπνωτικό της άγγιγμα. Απόγνωση απαλή σαν χάδι.
Ευτυχώς η πάθηση σας έχει όνομα, λένε. Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής. Τι μπορεί να διαταράσσει την ελλειμματική προσοχή, αναρωτιέσαι; Δεν σου πολυαρέσει η φράση, θα προτιμούσες κάτι πιο ποιητικό.
Σύνδρομο αποσπασματικής επίγνωσης, για παράδειγμα. Λανθάνων μανιοσουρεαλισμός. Εκφυλιστική μελαγχολία. Καλπάζουσα κακοήθης νοσταλγία. Η χρόνια ενδοσκόπηση αναμφίβολλα κατατάσσεται στην κατηγορία των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Ο,τι έχει όνομα έχει και θεραπεία, λένε. Αν όχι, τουλάχιστον η διάγνωση εξασφαλίζει ένα άριστο πιστοποιητικό θανάτου. Ο θάνατος από γνωστά αίτια είναι, φυσικά, προτιμότερος. Εμπνέει σεβασμό. Θερμά συλληπητήρια. Και τα σχετικά.
Ανησυχώ πως μια μέρα θα πεθάνουμε ακριβώς όπως ζήσαμε- αναιτιολόγητα.
Wednesday, 8 October 2014
Καλλιεργητές θετικών προσδοκιών
Μου αρέσει να την φαντάζομαι να περιπλανιέται τις νύχτες στις σήραγγες του ηλεκτρικού. Καπνίζει αποτσίγαρα χαζεύοντας τα γκράφιτι, ταϊζει ψίχουλα τους αρουραίους, κοιμάται γαλήνια με το κεφάλι ακουμπισμένο στις ράγες.
Δεν αισθάνεται φόβο- κανένας δεν της έχει μιλήσει για το θάνατο, για υποχθόνια πλάσματα και ανθρώπους με εχθρικές προθέσεις, για επικίνδυνα ατυχήματα, μικρόβια ή αρρώστιες.
Δες πως ανθίζουν τα χωράφια της μνήμης, ο έρωτας ήταν ανέκαθεν ένα παιχνίδι εξουσίας και η απόλυτη εμπιστοσύνη ένα όμορφο ψέμα σαν τις νεράιδες ή τον άγιο βασίλη.
Μην εγκαταλείπεις την ελπίδα, θα τραγουδάμε ώσπου να μας νικήσει η σιωπή, θα πιστεύουμε πως μπορούμε να πετάξουμε μέχρι το έδαφος να μας συνθλίψει, θα γοητευόμαστε από τις φλόγες και θα υπομένουμε σιωπηλά, γεμάτοι απορία, τον πόνο στα ακροδάχτυλα μας από το άγγιγμα της φωτιάς.
Δεν αισθάνεται φόβο- κανένας δεν της έχει μιλήσει για το θάνατο, για υποχθόνια πλάσματα και ανθρώπους με εχθρικές προθέσεις, για επικίνδυνα ατυχήματα, μικρόβια ή αρρώστιες.
Δες πως ανθίζουν τα χωράφια της μνήμης, ο έρωτας ήταν ανέκαθεν ένα παιχνίδι εξουσίας και η απόλυτη εμπιστοσύνη ένα όμορφο ψέμα σαν τις νεράιδες ή τον άγιο βασίλη.
Μην εγκαταλείπεις την ελπίδα, θα τραγουδάμε ώσπου να μας νικήσει η σιωπή, θα πιστεύουμε πως μπορούμε να πετάξουμε μέχρι το έδαφος να μας συνθλίψει, θα γοητευόμαστε από τις φλόγες και θα υπομένουμε σιωπηλά, γεμάτοι απορία, τον πόνο στα ακροδάχτυλα μας από το άγγιγμα της φωτιάς.
Thursday, 2 October 2014
Μεταξοσκώληκες
Δεν τρομάζεις πια όταν στερεύει ο χείμαρρος των ακριβοπληρωμένων επώδυνων λέξεων. Χαμογελάς στο άγνωστο και αφήνεις τον μανδύα της σιωπής να γλιστρήσει απαλά πάνω στο δέρμα σου. Λουφάζεις μέσα στο διάφανο κουκούλι σου, δοκιμάζεις την ανοίκεια γεύση της πληρότητας χωρίς να αναρωτιέσαι πόσο διαρκεί.
Κι όταν καμιά φορά βγάζεις έξω το κεφάλι σου για μια στιγμιαία εισπνοή, απορείς με την βιαιότητα του ανέμου που κάποτε ένιωθες σαν χάδι στο πρόσωπο σου. Συνειδητοποιείς πως η μοναξιά ήταν το οξυγόνο σου, όμως πόσο εύκολα εξασκήθηκες στην άπνοια, πόσο πρόθυμα υπέδειξες τα ανυπεράσπιστα σημεία των οχυρών σου στον εχθρό, πόσο αδιάφορα έστειλες τους πολεμιστές σου σε βέβαιο θάνατο...
Άραγε θα μας βρουν μια μέρα οι λογιστές της ματαιότητας απαιτώντας να εξαργυρωθούν μία μία οι λευκές υποσχέσεις μας; Αραγε θα λαχταρήσουμε ξανά την επάρκεια ενός αυτόφωτου πυρήνα; Αραγε θα συγχωρέσουμε ποτέ όσους μας είδαν γυμνούς, ευάλωτους, φριχτά σημαδεμένους μα τόλμησαν, αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις, να μας αγαπήσουν;
Κι όταν καμιά φορά βγάζεις έξω το κεφάλι σου για μια στιγμιαία εισπνοή, απορείς με την βιαιότητα του ανέμου που κάποτε ένιωθες σαν χάδι στο πρόσωπο σου. Συνειδητοποιείς πως η μοναξιά ήταν το οξυγόνο σου, όμως πόσο εύκολα εξασκήθηκες στην άπνοια, πόσο πρόθυμα υπέδειξες τα ανυπεράσπιστα σημεία των οχυρών σου στον εχθρό, πόσο αδιάφορα έστειλες τους πολεμιστές σου σε βέβαιο θάνατο...
Άραγε θα μας βρουν μια μέρα οι λογιστές της ματαιότητας απαιτώντας να εξαργυρωθούν μία μία οι λευκές υποσχέσεις μας; Αραγε θα λαχταρήσουμε ξανά την επάρκεια ενός αυτόφωτου πυρήνα; Αραγε θα συγχωρέσουμε ποτέ όσους μας είδαν γυμνούς, ευάλωτους, φριχτά σημαδεμένους μα τόλμησαν, αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις, να μας αγαπήσουν;
Thursday, 11 September 2014
Θύμισε μου πόσο εύκολα ξεχνάμε
Πριν ξημερώσει μας ξυπνάει απότομα μία βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Βρέχει και επιπλέουμε σαν νεκροί κροκόδειλοι στα κίτρινα νερά του ποταμού.
Έξω κάνει ψύχρα. Μυρίζει υγρασία, θλίψη και φθινοπωρινή ερήμωση. Αλλά δεν φοβόμαστε τις εποχές πια- έτσι κι αλλιώς έρχονται πάντοτε μεταμφιεσμένες.
Ναι, τον τελευταίο καιρό οι εποχές κρατούν στα χέρια τους πλαστές μονιμότητες, τάχα για να μας τις προσφέρουν ανιδιοτελώς. Στοιβάζουν πρόχειρα σακούλες γεμάτες ελαφρυντικά, αποτυχίες και προσχήματα στη ντουλάπα μαζί με τα ρούχα της προηγούμενης σεζόν.
Αν κοιτάξω προσεκτικά ανάμεσα από τις χαραμάδες, ξέρω πως θα σε δω να παραμονεύεις σιωπηλά, μικρέ παράφορε ήλιε με τις τσουρουφλισμένες βλεφαρίδες και τις σπασμένες αλυσίδες τυλιγμένες στους αστραγάλους σου σαν μεταλλική ανάμνηση απελευθέρωσης.
Έξω κάνει ψύχρα. Μυρίζει υγρασία, θλίψη και φθινοπωρινή ερήμωση. Αλλά δεν φοβόμαστε τις εποχές πια- έτσι κι αλλιώς έρχονται πάντοτε μεταμφιεσμένες.
Ναι, τον τελευταίο καιρό οι εποχές κρατούν στα χέρια τους πλαστές μονιμότητες, τάχα για να μας τις προσφέρουν ανιδιοτελώς. Στοιβάζουν πρόχειρα σακούλες γεμάτες ελαφρυντικά, αποτυχίες και προσχήματα στη ντουλάπα μαζί με τα ρούχα της προηγούμενης σεζόν.
Αν κοιτάξω προσεκτικά ανάμεσα από τις χαραμάδες, ξέρω πως θα σε δω να παραμονεύεις σιωπηλά, μικρέ παράφορε ήλιε με τις τσουρουφλισμένες βλεφαρίδες και τις σπασμένες αλυσίδες τυλιγμένες στους αστραγάλους σου σαν μεταλλική ανάμνηση απελευθέρωσης.
Thursday, 21 August 2014
Ύφεση αμαρτιών
Αν δεν της αποκάλυπτε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, ήταν για να την προστατέψει από τα θραύσματα των εσωτερικών του εκρήξεων.
Δίσταζε να της πει, η ζωή είναι το τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στη νοσταλγία για ένα παρελθόν, που ποτέ δεν ζήσαμε, και τον τρόμο μπροστά στο Άγνωστο του μέλλοντος. Ακροβατούμε παραπαίοντας, με εξαίρεση εκείνες τις σπάνιες φορές που απογειωνόμαστε αφήνοντας πίσω μας πολύχρωμα σύννεφα υδρατμών.
Τότε ξαφνικά ο χρόνος αρνείται να υποταχτεί στα ρολόγια και οι στιγμές γίνονται αυτοσκοπός. Ναι, υποψιάζομαι πως όλα τα ναρκωτικά και όλες οι θρησκείες γεννήθηκαν ως φτωχές, απεγνωσμένες απομιμήσεις αυτού του συναισθήματος.
Κι αν η πραγματικότητα μας είναι μια αργή βασανιστική πορεία μέσα από τα διαδοχικά στάδια της φθοράς, αν η μόνη αδιάσειστη βεβαιότητα της ανθρωπότητας είναι το αμετάκλητο του θανάτου, δε βλέπω άλλη διέξοδο πέρα από το να ριχτούμε σαν διψασμένα παιδιά στη δροσιά του αφρισμένου ποταμού, να πιούμε αχόρταγα από την πηγή της τρέλας και της αγαλλίασης, να ξεχαστούμε παίζοντας με τα αστραφτερά βότσαλα μέχρι να πέσει η νύχτα και να βυθιστούμε σε έναν ανέμελο χορτάτο ύπνο δίχως όνειρα.
Ποιός ξέρει, μπορεί το πιο βαθύ σκοτάδι τελικά να οδηγεί στο φως.
Δίσταζε να της πει, η ζωή είναι το τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στη νοσταλγία για ένα παρελθόν, που ποτέ δεν ζήσαμε, και τον τρόμο μπροστά στο Άγνωστο του μέλλοντος. Ακροβατούμε παραπαίοντας, με εξαίρεση εκείνες τις σπάνιες φορές που απογειωνόμαστε αφήνοντας πίσω μας πολύχρωμα σύννεφα υδρατμών.
Τότε ξαφνικά ο χρόνος αρνείται να υποταχτεί στα ρολόγια και οι στιγμές γίνονται αυτοσκοπός. Ναι, υποψιάζομαι πως όλα τα ναρκωτικά και όλες οι θρησκείες γεννήθηκαν ως φτωχές, απεγνωσμένες απομιμήσεις αυτού του συναισθήματος.
Κι αν η πραγματικότητα μας είναι μια αργή βασανιστική πορεία μέσα από τα διαδοχικά στάδια της φθοράς, αν η μόνη αδιάσειστη βεβαιότητα της ανθρωπότητας είναι το αμετάκλητο του θανάτου, δε βλέπω άλλη διέξοδο πέρα από το να ριχτούμε σαν διψασμένα παιδιά στη δροσιά του αφρισμένου ποταμού, να πιούμε αχόρταγα από την πηγή της τρέλας και της αγαλλίασης, να ξεχαστούμε παίζοντας με τα αστραφτερά βότσαλα μέχρι να πέσει η νύχτα και να βυθιστούμε σε έναν ανέμελο χορτάτο ύπνο δίχως όνειρα.
Ποιός ξέρει, μπορεί το πιο βαθύ σκοτάδι τελικά να οδηγεί στο φως.
Wednesday, 6 August 2014
Επιστροφή
Η ευτυχία δεν χρειάζεται αυτόπτες μάρτυρες. Kαμιά φορά, ωστόσο, τους προκαλούσε δέος η αντανάκλαση του γαλαξία στα μάτια του οικείου όσο και απρόσιτου Άλλου.
Νόμιζαν πως ήταν πλέον πολύ σκληροί για να αισθανθούν, πολύ κυνικοί για να πιστέψουν, πολύ φθαρμένοι για να ψιθυρίσουν χιλιοειπωμένες φράσεις, πολύ μεγάλοι για να χτίσουν κάστρα στην άμμο, να φοβηθούν το σκοτάδι, να μιμηθούν τις κραυγές των αγριοκάτσικων ή να αφουγκραστούν τη μελωδία των αστεριών.
Τους απασχολούσε, προπάντων, το ενδεχόμενο οριστικής απώλειας της μοναδικότητας εξαιτίας της αέναης αναπαραγωγής ορισμένων τάχα ανεπανάληπτων στιγμών στο πέρασμα του χρόνου.
Όταν τους τρόμαζε το μέλλον, δεν ήταν επειδή δείλιαζαν μπροστά στο άγνωστο, αλλά γιατί δεν θα άντεχαν να έρθουν αντιμέτωποι με μια ακόμα φτηνή, προδιαγεγραμμένη απομίμηση του παρελθόντος.
Φυσικά είχαν κάνει λάθος, πάλι.
Και τις νύχτες ανακάλυπταν την άσπιλη γαλήνη που κρύβεται μέσα στον πυρήνα της έντασης. Ήξεραν πια πως ο υπόκωφος ήχος των κυματων θα τους συντρόφευε για πάντα.
Νόμιζαν πως ήταν πλέον πολύ σκληροί για να αισθανθούν, πολύ κυνικοί για να πιστέψουν, πολύ φθαρμένοι για να ψιθυρίσουν χιλιοειπωμένες φράσεις, πολύ μεγάλοι για να χτίσουν κάστρα στην άμμο, να φοβηθούν το σκοτάδι, να μιμηθούν τις κραυγές των αγριοκάτσικων ή να αφουγκραστούν τη μελωδία των αστεριών.
Τους απασχολούσε, προπάντων, το ενδεχόμενο οριστικής απώλειας της μοναδικότητας εξαιτίας της αέναης αναπαραγωγής ορισμένων τάχα ανεπανάληπτων στιγμών στο πέρασμα του χρόνου.
Όταν τους τρόμαζε το μέλλον, δεν ήταν επειδή δείλιαζαν μπροστά στο άγνωστο, αλλά γιατί δεν θα άντεχαν να έρθουν αντιμέτωποι με μια ακόμα φτηνή, προδιαγεγραμμένη απομίμηση του παρελθόντος.
Φυσικά είχαν κάνει λάθος, πάλι.
Και τις νύχτες ανακάλυπταν την άσπιλη γαλήνη που κρύβεται μέσα στον πυρήνα της έντασης. Ήξεραν πια πως ο υπόκωφος ήχος των κυματων θα τους συντρόφευε για πάντα.
Friday, 18 July 2014
Άρνηση
Έπρεπε να ζήσουν χίλια χρόνια στο σκοτάδι για να μάθουν να διακρίνουν το φως. Όσο για μας, ακολουθήσαμε τα ρυάκια ως το μεγάλο ποτάμι και κυλήσαμε μαζί του μέχρι την ακτή. Κούραση δε νιώσαμε ποτέ- ήταν καλοκαίρι. Μετρούσαμε ξανά τον χρόνο σε αναπνοές, δροσοσταλίδες και τυχαία αγγίγματα.
Οι πιο θαρραλέοι αψηφούσαν την απογοήτευση και έσκαβαν στο χώμα αναζητώντας θαμμένα πεφταστέρια. Γύριζαν μονίμως με άδεια χέρια, κέρδιζαν όμως το θαυμασμό των παιδιών- όλοι έχουμε ανάγκη από ήρωες, κυρίως αφηρημένους ονειροπόλους ήρωες με λασπωμένα ρούχα και μηδενικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Στην αρχή του χειμώνα, βέβαια, κατάφεραν να μας ανακαλύψουν. Μας πακετάρισαν σε κούτες, έγραψαν πάνω τα ονόματα μας και μας επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες στα σπίτια μας- μόνο που δεν θύμιζαν σπίτια πια.
Παγωμένος αέρας έμπαινε από τις τρύπες στους τοίχους, περιστέρια φώλιαζαν στα φωτιστικά, τα έπιπλα είχαν καλυφθεί με σκόνη και σωρούς κίτρινων φύλλων, οι πινακίδες του δρόμου ήταν γραμμένες σε μια άγνωστη γλώσσα και δεν μπορούσαμε να στείλουμε τη διεύθυνση στους φίλους μας. Αν δηλαδή είχαμε ακόμα φίλους σε εκείνον τον τόπο. Υποθέταμε πως τους είχαν εξορίσει προ πολλού.
Φτιάξαμε όπως όπως ένα καταφύγιο σε μια γωνιά της αυλής. Όταν χιόνιζε, μαζευόμασταν γύρω από έναν μικρό αμμόλοφο για να ζεστάνουμε τα χέρια μας. Ήταν υγρός και κρύος, μα εμείς τον φανταζόμασταν να καίει από την ανάμνηση του αυγουστιάτικου ήλιου, κι όταν περνούσαν λεωφορεία ορκιζόμασταν πως ακούγαμε τη θάλασσα.
Οι πιο θαρραλέοι αψηφούσαν την απογοήτευση και έσκαβαν στο χώμα αναζητώντας θαμμένα πεφταστέρια. Γύριζαν μονίμως με άδεια χέρια, κέρδιζαν όμως το θαυμασμό των παιδιών- όλοι έχουμε ανάγκη από ήρωες, κυρίως αφηρημένους ονειροπόλους ήρωες με λασπωμένα ρούχα και μηδενικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Στην αρχή του χειμώνα, βέβαια, κατάφεραν να μας ανακαλύψουν. Μας πακετάρισαν σε κούτες, έγραψαν πάνω τα ονόματα μας και μας επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες στα σπίτια μας- μόνο που δεν θύμιζαν σπίτια πια.
Παγωμένος αέρας έμπαινε από τις τρύπες στους τοίχους, περιστέρια φώλιαζαν στα φωτιστικά, τα έπιπλα είχαν καλυφθεί με σκόνη και σωρούς κίτρινων φύλλων, οι πινακίδες του δρόμου ήταν γραμμένες σε μια άγνωστη γλώσσα και δεν μπορούσαμε να στείλουμε τη διεύθυνση στους φίλους μας. Αν δηλαδή είχαμε ακόμα φίλους σε εκείνον τον τόπο. Υποθέταμε πως τους είχαν εξορίσει προ πολλού.
Φτιάξαμε όπως όπως ένα καταφύγιο σε μια γωνιά της αυλής. Όταν χιόνιζε, μαζευόμασταν γύρω από έναν μικρό αμμόλοφο για να ζεστάνουμε τα χέρια μας. Ήταν υγρός και κρύος, μα εμείς τον φανταζόμασταν να καίει από την ανάμνηση του αυγουστιάτικου ήλιου, κι όταν περνούσαν λεωφορεία ορκιζόμασταν πως ακούγαμε τη θάλασσα.
Thursday, 3 July 2014
Παραλήπτης άγνωστος
Tο τελευταίο από τα γράμματα, που επέστρεφε κάθε πρωί ο ταχυδρόμος, μιλούσε για τη γοητεία της μελαγχολίας και άλλες χαριτωμένες κοινοτοπίες. Αυτό που κάνει τη Γη να γυρίζει, έγραφε, δεν είναι η βαρύτητα, αλλά η επιθυμία.
Θα ήθελα να σου έδειχνα πώς να αφουγκράζεσαι τη σιωπή, να ενθουσιάζεσαι με ασημαντότητες, όπως ένας τσαλαπετεινός στην άκρη του δρόμου, η μυρωδιά της βροχής ή τα πρώτα τζιτζίκια του καλοκαιριού.
Θα 'θελα να σου μάθαινα τα ονόματα των δέντρων και των αστεριών ή, καλύτερα, να τους δίναμε δικά μας ονόματα και να μην τα ξεχνούσαμε ποτέ. Θα 'θελα η λαχτάρα σου για τρυφερότητα να μη μεταμφιεζόταν σε απαιτητικότητα και οι φόβοι σου να μην ύψωναν φράγματα ανάμεσα μας.
Θα ήθελα να καταλάβαινες γιατί με τρομάζουν περισσότερο οι άνθρωποι από τις αράχνες, να διάβαζες τις σκέψεις μου σαν ανοιχτό βιβλίο, να ήξερες να γαληνεύεις τις καταιγίδες μέσα μου ψιθυρίζοντας στην παράξενη γλώσσα, που ηρεμεί τα σκυλιά και τα πολύ μικρά παιδιά.
Θα 'θελα να ήμουν ήλιος, για να σε εντυπωσίαζα με τη λάμψη μου και όχι μια μαύρη τρύπα που απορροφά το φως, ένας παλιάτσος με αδέξιο βάδισμα και δανεικές βεβαιότητες.
Θα ήθελα να μην θέλω τίποτα πια, μόνο να περιπλανιέμαι σαν δορυφόρος, που κατάφερε να ξεφύγει από το άγρυπνο βλέμμα των βαρυτικών δυνάμεων και τώρα αιωρείται, ελεύθερος και μόνος, στο αχανές σκοτάδι του διαστήματος.
Θα ήθελα να σου έδειχνα πώς να αφουγκράζεσαι τη σιωπή, να ενθουσιάζεσαι με ασημαντότητες, όπως ένας τσαλαπετεινός στην άκρη του δρόμου, η μυρωδιά της βροχής ή τα πρώτα τζιτζίκια του καλοκαιριού.
Θα 'θελα να σου μάθαινα τα ονόματα των δέντρων και των αστεριών ή, καλύτερα, να τους δίναμε δικά μας ονόματα και να μην τα ξεχνούσαμε ποτέ. Θα 'θελα η λαχτάρα σου για τρυφερότητα να μη μεταμφιεζόταν σε απαιτητικότητα και οι φόβοι σου να μην ύψωναν φράγματα ανάμεσα μας.
Θα ήθελα να καταλάβαινες γιατί με τρομάζουν περισσότερο οι άνθρωποι από τις αράχνες, να διάβαζες τις σκέψεις μου σαν ανοιχτό βιβλίο, να ήξερες να γαληνεύεις τις καταιγίδες μέσα μου ψιθυρίζοντας στην παράξενη γλώσσα, που ηρεμεί τα σκυλιά και τα πολύ μικρά παιδιά.
Θα 'θελα να ήμουν ήλιος, για να σε εντυπωσίαζα με τη λάμψη μου και όχι μια μαύρη τρύπα που απορροφά το φως, ένας παλιάτσος με αδέξιο βάδισμα και δανεικές βεβαιότητες.
Θα ήθελα να μην θέλω τίποτα πια, μόνο να περιπλανιέμαι σαν δορυφόρος, που κατάφερε να ξεφύγει από το άγρυπνο βλέμμα των βαρυτικών δυνάμεων και τώρα αιωρείται, ελεύθερος και μόνος, στο αχανές σκοτάδι του διαστήματος.
Sunday, 29 June 2014
Η ελευθερία δεν έχει εξόδους κινδύνου
Όλοι όσοι αγαπήσαμε και χάσαμε στη διαδρομή- τι σημασία έχει, στο τέλος, ποιός πλήγωσε ποιόν ή πιο πολύ-, μεταμορφώθηκαν στα μικρά τρυφερά φαντάσματα, που κουβαλάμε παντού μαζί μας για να μας θυμίζουν πως ζήσαμε, πως νιώσαμε, πως σταθήκαμε γυμνοί κάτω από τη βροχή και τον ήλιο, πως αφεθήκαμε με την ίδια εγκατάλειψη στην αγαλλίαση και την οδύνη.
Κι όταν δεν θα μας στοιχειώνουν πια οι ενοχές και οι αμφιβολλίες, όταν δεν θα ξυπνάμε μέσα στη νύχτα κλαίγοντας από νοσταλγία, όταν θα πάψουμε να αναζητάμε καταφύγιο στο πάθος ακροβατώντας ανάμεσα στον τρόμο και την έκσταση, τότε μόνο να θρηνήσεις για μας.
Γιατί η ανάμνηση του πόνου- του δικού μας ή των Άλλων-, είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπινους, ο φόβος της απώλειας αυτό που μας διαχωρίζει από τους νεκρούς κι ο έρωτας η ευφήμερη, πεισματική απόδραση μας από την αιωνιότητα του αναπόφευκτου.
Κι όταν δεν θα μας στοιχειώνουν πια οι ενοχές και οι αμφιβολλίες, όταν δεν θα ξυπνάμε μέσα στη νύχτα κλαίγοντας από νοσταλγία, όταν θα πάψουμε να αναζητάμε καταφύγιο στο πάθος ακροβατώντας ανάμεσα στον τρόμο και την έκσταση, τότε μόνο να θρηνήσεις για μας.
Γιατί η ανάμνηση του πόνου- του δικού μας ή των Άλλων-, είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπινους, ο φόβος της απώλειας αυτό που μας διαχωρίζει από τους νεκρούς κι ο έρωτας η ευφήμερη, πεισματική απόδραση μας από την αιωνιότητα του αναπόφευκτου.
Subscribe to:
Posts (Atom)