Ήθελε να γράψει στον τοίχο του σπιτιού του «μη φοβάσαι, πάντα η ζωή αποφασίζει στο τέλος», αλλά την καταδίωξαν οι μπάτσοι της συνείδησης και αναγκάστηκε να πετάξει στον υπόνομο το σπρέι των επιθυμιών.
Δεν έκλαψε, ωστόσο. Το συγκεκριμένο γεγονός θα πρέπει να συνεκτιμηθεί στην ετυμηγορία.
Συνέχισε να ακούει με προσοχή κάθε πρωί τα παράσιτα στο ραδιόφωνο. Ανάμεσα τους κρύβονταν κωδικοποιημένα τα μηνύματα από τη σκοτεινή πλευρά του σύμπαντος.
Wednesday, 26 February 2014
Thursday, 20 February 2014
Of Dreams and Waking: Chapter 368
Τα όνειρα, αυτοί οι μικροί διορατικοί τυχοδιώκτες, είχαν ανακαλύψει το σουρεαλισμό πολύ πριν το Νταλί, την επιστημονική φαντασία αιώνες νωρίτερα από τη γέννηση της Μαίρη Σέλλεϋ και τη θεωρία της σχετικότητας χιλιετίες πριν τον Αινστάιν.
Οι πρόγονοι του Φρόιντ έμεναν ακόμα σε σπηλιές όταν εξερευνούσαν τα άδυτα του υποσυνειδήτου και o Σέρλοκ Χολμς δεν είχε να τους πει τίποτα καινούριο για την εξιχνίαση μυστηρίων.
Μεταμοντέρνα χωρίς να έχουν διαβάσει Φουκό, ειδήμονες στην αντίστιξη χωρίς να έχουν μελετήσει Μπαχ, ψυχεδελικά πριν το LSD και αβάντ γκαρντ από τις απαρχές της ανθρωπότητας.
Δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για αναγνώριση ή τίτλους, δε διεκδικούν τίποτα περισσότερο από την αδιάσπαστη προσοχή μας για όσο διαρκούν οι στιγμιαίες αιωνιότητες της νύχτας κι όταν δεν τους την χαρίζουμε μας ξυπνάνε ψυθιρίζοντας σοφές ακατάληπτες φράσεις σε ανυπεράσπιστα αυτιά.
Οι πρόγονοι του Φρόιντ έμεναν ακόμα σε σπηλιές όταν εξερευνούσαν τα άδυτα του υποσυνειδήτου και o Σέρλοκ Χολμς δεν είχε να τους πει τίποτα καινούριο για την εξιχνίαση μυστηρίων.
Μεταμοντέρνα χωρίς να έχουν διαβάσει Φουκό, ειδήμονες στην αντίστιξη χωρίς να έχουν μελετήσει Μπαχ, ψυχεδελικά πριν το LSD και αβάντ γκαρντ από τις απαρχές της ανθρωπότητας.
Δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για αναγνώριση ή τίτλους, δε διεκδικούν τίποτα περισσότερο από την αδιάσπαστη προσοχή μας για όσο διαρκούν οι στιγμιαίες αιωνιότητες της νύχτας κι όταν δεν τους την χαρίζουμε μας ξυπνάνε ψυθιρίζοντας σοφές ακατάληπτες φράσεις σε ανυπεράσπιστα αυτιά.
Sunday, 16 February 2014
Φεβρουάριος
Κατάλαβε τότε πως το εξωτερικό χάος ήταν απλώς ένας αποτελεσματικός τρόπος να ξεφεύγει για λίγο από τους χαώδεις εσωτερικούς λαβυρίνθους, ακριβώς όπως ο σωματικός πόνος άμβλυνε κάπως τον πόνο της ψυχής.
Κι η μορφή με τα χίλια πρόσωπα άρχισε πάλι να αποκτά διακριτό περίγραμμα και σαφή χαρακτηριστικά. Και το ραδιόφωνο έπαιζε εκείνο το τραγούδι για το φεγγάρι, τη μοναξιά και την ηδονή του τρόμου.
Κουρασμένα βλέφαρα, ένα οδυνηρά ηλιόλουστο πρωινό Κυριακής, βαρύ από τα όνειρα της νύχτας.
Κι η μορφή με τα χίλια πρόσωπα άρχισε πάλι να αποκτά διακριτό περίγραμμα και σαφή χαρακτηριστικά. Και το ραδιόφωνο έπαιζε εκείνο το τραγούδι για το φεγγάρι, τη μοναξιά και την ηδονή του τρόμου.
Κουρασμένα βλέφαρα, ένα οδυνηρά ηλιόλουστο πρωινό Κυριακής, βαρύ από τα όνειρα της νύχτας.
Thursday, 13 February 2014
Πλήττεις ανάμεσα σε ιδεογράμματα, χρυσές γιρλάντες και σκονισμένα πλαστικά λουλούδια. Φύλλα πράσινου τσαγιού επιπλέουν στα απόνερα του πολιτισμικού χάσματος.
Άθελα σου γίνεσαι αφορμή για πρόχειρα πορτρέτα στριμωγμένα ανάμεσα σε ακατάληπτες σημειώσεις. Ξύλινες φράσεις και τυπικές χειρονομίες ταξιδεύουν τη σκέψη σου σε άλλους χωροχρόνους.
Ένα αφράτο σύννεφο προσγειώνεται στη λίμνη με τα νούφαρα. Είναι όνειρο. Όχι, είναι το μοναδικό ίχνος πραγματικότητας σε έναν oνειρικό κόσμο.
Άθελα σου γίνεσαι αφορμή για πρόχειρα πορτρέτα στριμωγμένα ανάμεσα σε ακατάληπτες σημειώσεις. Ξύλινες φράσεις και τυπικές χειρονομίες ταξιδεύουν τη σκέψη σου σε άλλους χωροχρόνους.
Ένα αφράτο σύννεφο προσγειώνεται στη λίμνη με τα νούφαρα. Είναι όνειρο. Όχι, είναι το μοναδικό ίχνος πραγματικότητας σε έναν oνειρικό κόσμο.
Monday, 3 February 2014
Οι δικές τους σιωπές δεν ήταν επώδυνες, αμήχανες ή μεθοδευμένες. Δεν τριγυρνούσαν σαν πεινασμένες ύαινες με μεγάλα μάτια στην ηλεκτρισμένη από την ξηρασία στέπα.
Δεν οικειοποιούνταν ξένα πάθη σαν φτωχοί απατεώνες. Δεν γύρευαν αποφάγια στις χωματερές αισθημάτων έξω από τις παραγκουπόλεις. Δε ζητιάνευαν δικαιολογίες ζεστασιάς στους αεραγωγούς των εργοστασίων.
Δεν έπεφταν θύμα αρπακτικών παρερμηνειών και ιδιοτελών προθέσεων. Δεν αλληλοσπαράσσονταν από μίσος και ανάγκη.
Οι σιωπές τους γουργούριζαν γαλήνια στρογγυλοκαθισμένες μπροστά στο τζάκι. Χορτάτες, απαλές, εύγλωττες σιωπές με ήσυχη συνείδηση. Μύριζαν κανέλλα και καβουρδισμένη ζάχαρη.
Αντανακλούσαν το φως αντί να το απορροφούν. Καθησύχαζαν αντί να αποξενώνουν. Βαριές, γεμάτες σιωπές, αλλά συγχρόνως ανάλαφρες σαν φτερά μικροσκοπικού λευκού πουλιού, που ιριδίζουν στον ήλιο.
Δεν οικειοποιούνταν ξένα πάθη σαν φτωχοί απατεώνες. Δεν γύρευαν αποφάγια στις χωματερές αισθημάτων έξω από τις παραγκουπόλεις. Δε ζητιάνευαν δικαιολογίες ζεστασιάς στους αεραγωγούς των εργοστασίων.
Δεν έπεφταν θύμα αρπακτικών παρερμηνειών και ιδιοτελών προθέσεων. Δεν αλληλοσπαράσσονταν από μίσος και ανάγκη.
Οι σιωπές τους γουργούριζαν γαλήνια στρογγυλοκαθισμένες μπροστά στο τζάκι. Χορτάτες, απαλές, εύγλωττες σιωπές με ήσυχη συνείδηση. Μύριζαν κανέλλα και καβουρδισμένη ζάχαρη.
Αντανακλούσαν το φως αντί να το απορροφούν. Καθησύχαζαν αντί να αποξενώνουν. Βαριές, γεμάτες σιωπές, αλλά συγχρόνως ανάλαφρες σαν φτερά μικροσκοπικού λευκού πουλιού, που ιριδίζουν στον ήλιο.
Thursday, 30 January 2014
Θυμάμαι ένα δειλινό στην εθνική οδό, αιώνες πριν. Ήταν ίσως η τελευταία φορά που κατευθυνόμουν συνειδητά προς έναν, συγκεκριμένο προορισμό, η τελευταία φορά που η πράξη ταυτιζόταν με την επιθυμία.
Θυμάσαι, άραγε, ένα θλιμμένο ανεκπλήρωτο πρωινό, ένα τραγούδι αντί αποχαιρετισμού, κι ύστερα σιωπηλά δάκρυα μέσα στο ανώνυμο αδιάφορο πλήθος;
Μην ξεγελιέσαι, πόλεις που δεν κοιμούνται υπάρχουν μόνο στις ταινίες. Ο αστικός αυτός μύθος αποδίδεται σχεδόν με βεβαιότητα στους χρόνια άυπνους.
Οι πόλεις, ξέρεις, κοιμούνται όπως τα δελφίνια: Πρώτα το αριστερό ημισφαίριο, μετά το δεξί. Ένα μάτι πάντα ανοιχτό για να προλάβουν την επίθεση κάποιου ύπουλου νυκτόβιου καρχαρία.
Πρέπει άλλωστε να αναπνέουν κάθε τόσο, γεμίζοντας με καυτό αέρα τα πνευμόνια των υπογείων σιδηροδρόμων τους.
Λέω πως θυμάμαι, όμως βυθίζομαι στη λήθη. Αν σε άφηνα να με γνωρίσεις θα κατάφερνα ίσως να αναγνωρίσω ξανά τον εαυτό μου, αλλά δεν ξέρω πια τον τρόπο.
Θυμάσαι, άραγε, ένα θλιμμένο ανεκπλήρωτο πρωινό, ένα τραγούδι αντί αποχαιρετισμού, κι ύστερα σιωπηλά δάκρυα μέσα στο ανώνυμο αδιάφορο πλήθος;
Μην ξεγελιέσαι, πόλεις που δεν κοιμούνται υπάρχουν μόνο στις ταινίες. Ο αστικός αυτός μύθος αποδίδεται σχεδόν με βεβαιότητα στους χρόνια άυπνους.
Οι πόλεις, ξέρεις, κοιμούνται όπως τα δελφίνια: Πρώτα το αριστερό ημισφαίριο, μετά το δεξί. Ένα μάτι πάντα ανοιχτό για να προλάβουν την επίθεση κάποιου ύπουλου νυκτόβιου καρχαρία.
Πρέπει άλλωστε να αναπνέουν κάθε τόσο, γεμίζοντας με καυτό αέρα τα πνευμόνια των υπογείων σιδηροδρόμων τους.
Λέω πως θυμάμαι, όμως βυθίζομαι στη λήθη. Αν σε άφηνα να με γνωρίσεις θα κατάφερνα ίσως να αναγνωρίσω ξανά τον εαυτό μου, αλλά δεν ξέρω πια τον τρόπο.
Saturday, 25 January 2014
Χειμερινή μελαγχολία προσγειώνεται αναίμακτα στις ταράτσες. Δεν με τρομάζει. Έχουν μεσολαβήσει χρόνια εξοικείωσης. Δεν την τρομάζω. Εγκαθίσταται.
Κάπου διάβασα πως τα αγάλματα κομματιάζονται πιο εύκολα από τους ανθρώπους. Σε έριξα λοιπόν από το βάθρο σου. Έσπασες σε χιλιάδες κοφτερά θραύσματα. Ευτυχώς, το δέρμα μου έχει σκληρύνει πια.
Να σκορπάμε τις ζωές μας γυρεύοντας τη μία ανυπέρβλητη, ξεκάθαρη επιθυμία, τον υπέρτατο στόχο, το αδιαμφισβήτητο νόημα, την προδιαγεγραμμένη από τη μοίρα διαδρομή...
Και τελικά η πληρότητα να κρύβεται στις λάθος στροφές, στους αιφνιδιασμούς, τους αντιπερισπασμούς και τις εκρήξεις, στη μόνιμη σύγχυση και τις αποσπασματικές στιγμές απρόκλητης μεθυσμένης διαύγειας.
Κάπου διάβασα πως τα αγάλματα κομματιάζονται πιο εύκολα από τους ανθρώπους. Σε έριξα λοιπόν από το βάθρο σου. Έσπασες σε χιλιάδες κοφτερά θραύσματα. Ευτυχώς, το δέρμα μου έχει σκληρύνει πια.
Να σκορπάμε τις ζωές μας γυρεύοντας τη μία ανυπέρβλητη, ξεκάθαρη επιθυμία, τον υπέρτατο στόχο, το αδιαμφισβήτητο νόημα, την προδιαγεγραμμένη από τη μοίρα διαδρομή...
Και τελικά η πληρότητα να κρύβεται στις λάθος στροφές, στους αιφνιδιασμούς, τους αντιπερισπασμούς και τις εκρήξεις, στη μόνιμη σύγχυση και τις αποσπασματικές στιγμές απρόκλητης μεθυσμένης διαύγειας.
Thursday, 16 January 2014
Πορτραίτα φαντασμάτων
Kαμιά φορά περπατάει στο δρόμο με κλειστά μάτια. Δακρύζει περιμένοντας στην ουρά στο ταχυδρομείο. Κατεβαίνει κατά λάθος στο σωστό σταθμό. Εντοπίζει συμπτώσεις παντού.
Υποχθόνιες δυνάμεις οδηγούν ένα πειθήνιο σώμα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Διαγράφει λευκές καμπύλες τροχιές στο μαυροπίνακα του χάους.
Ενδοφλέβια ειρωνεία στο ηλιόλουστο παγκάκι έξω από τη Νομική. Ένα αγόρι με διαπεραστικό βλέμμα και λυμένα κορδόνια χαμογελάει στο κενό.
Σήμερα διερευνά το αόρατο φράγμα μεταξύ εγωισμού και αξιοπρέπειας. Κινητοποιείται μονάχα από τη βαθιά νοσταλγία για όσα ποτέ δεν είχε.
Σήμερα εκτινάσσεται σαν πάνθηρας για να αρπάξει με τα νύχια την τρυφερή σάρκα της βεβαιότητας... και προσγειώνεται αδέξια ανάμεσα στα σπασμένα παιχνίδια του χρόνου.
Τότε, σκάβει μια τρύπα στην τέφρα της παραίτησης και κουλουριάζεται, αλλά οι μανιασμένες προσδοκίες για νέες ασυγκράτητες πτώσεις δεν ευνοούν το γαλήνιο ύπνο.
Καμιά φορά περπατάει στο δρόμο γράφοντας, παγιδεύεται στα μικρά αδιέξοδα ανάμεσα στα λασπωμένα παρτέρια και η σιωπή γίνεται λίγο λιγότερο εκκωφαντική.
Υποχθόνιες δυνάμεις οδηγούν ένα πειθήνιο σώμα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Διαγράφει λευκές καμπύλες τροχιές στο μαυροπίνακα του χάους.
Ενδοφλέβια ειρωνεία στο ηλιόλουστο παγκάκι έξω από τη Νομική. Ένα αγόρι με διαπεραστικό βλέμμα και λυμένα κορδόνια χαμογελάει στο κενό.
Σήμερα διερευνά το αόρατο φράγμα μεταξύ εγωισμού και αξιοπρέπειας. Κινητοποιείται μονάχα από τη βαθιά νοσταλγία για όσα ποτέ δεν είχε.
Σήμερα εκτινάσσεται σαν πάνθηρας για να αρπάξει με τα νύχια την τρυφερή σάρκα της βεβαιότητας... και προσγειώνεται αδέξια ανάμεσα στα σπασμένα παιχνίδια του χρόνου.
Τότε, σκάβει μια τρύπα στην τέφρα της παραίτησης και κουλουριάζεται, αλλά οι μανιασμένες προσδοκίες για νέες ασυγκράτητες πτώσεις δεν ευνοούν το γαλήνιο ύπνο.
Καμιά φορά περπατάει στο δρόμο γράφοντας, παγιδεύεται στα μικρά αδιέξοδα ανάμεσα στα λασπωμένα παρτέρια και η σιωπή γίνεται λίγο λιγότερο εκκωφαντική.
Tuesday, 31 December 2013
Ρουα ματ
Κάπως αργά ανακάλυψα ότι ο κόσμος σου ήταν χωρισμένος σε μαύρα και άσπρα τετράγωνα. Η παρτίδα είχε ξεκινήσει προ πολλού. Σχεδίαζες στρατηγικά τις κινήσεις σου, γνώριζες εκ των προτέρων κάθε πιθανή έκβαση. Ο έλεγχος ήταν απόλυτος, το τέλος προδιαγεγραμμένο.
Τα αυθόρμητα ξεσπάσματα μου ελάχιστα χρησίμευαν απέναντι στην αδυσώπητη ψυχραιμία σου. Μάταια έθαβα νάρκες συναισθήματος κάτω από τις λευκές πλάκες- το άλογο σου τις υπερπηδούσε με χάρη, ενώ το δικό μου προσγειωνόταν απρόσεχτα πάνω τους.
Θυσίαζα τη βασίλισσα μου για να σώσω ένα αθώο πιόνι- δεν του άξιζε ένας τόσο πρόωρος θάνατος-, κι εσύ την απομάκρυνες από το πεδίο της μάχης χωρίς δισταγμό, χωρίς καν να αναρωτηθείς γιατί.
Δεν απόρησες ούτε όταν άφησα το βασιλιά μου απροστάτευτο- λαχταρούσα να τον πλησιάσεις, μπροστά στις στρατιές σου δεν ένιωθα φόβο, μόνο ανατρίχιαζα από ανυπομονησία στη σκέψη της μοιραίας επαφής.
Δέχτηκες τη νίκη σου ήρεμα, χωρίς ίχνος έπαρσης, σαν κάτι το αναπόφευκτο. Φεύγοντας, μου χάρισες ένα απροσδόκητο δώρο: Τώρα πια είμαι άτρωτη. Η σκιά της απουσίας σου βυθίζει όλες τις άλλες απώλειες στο σκοτάδι.
Τα αυθόρμητα ξεσπάσματα μου ελάχιστα χρησίμευαν απέναντι στην αδυσώπητη ψυχραιμία σου. Μάταια έθαβα νάρκες συναισθήματος κάτω από τις λευκές πλάκες- το άλογο σου τις υπερπηδούσε με χάρη, ενώ το δικό μου προσγειωνόταν απρόσεχτα πάνω τους.
Θυσίαζα τη βασίλισσα μου για να σώσω ένα αθώο πιόνι- δεν του άξιζε ένας τόσο πρόωρος θάνατος-, κι εσύ την απομάκρυνες από το πεδίο της μάχης χωρίς δισταγμό, χωρίς καν να αναρωτηθείς γιατί.
Δεν απόρησες ούτε όταν άφησα το βασιλιά μου απροστάτευτο- λαχταρούσα να τον πλησιάσεις, μπροστά στις στρατιές σου δεν ένιωθα φόβο, μόνο ανατρίχιαζα από ανυπομονησία στη σκέψη της μοιραίας επαφής.
Δέχτηκες τη νίκη σου ήρεμα, χωρίς ίχνος έπαρσης, σαν κάτι το αναπόφευκτο. Φεύγοντας, μου χάρισες ένα απροσδόκητο δώρο: Τώρα πια είμαι άτρωτη. Η σκιά της απουσίας σου βυθίζει όλες τις άλλες απώλειες στο σκοτάδι.
Friday, 27 December 2013
Στους σιωπηλούς χριστουγεννιάτικους δρόμους της πόλης τεντώνονται αγουροξυπνημένα τα ανεκπλήρωτα. Οι σκέψεις αμοιβαιότητας φωλιάζουν στα τηλεπαθητικά αδιέξοδα.
Οι άνθρωποι ερωτεύονται ο ένας τον άλλο με την παραφορά, που γεννά η επίγνωση του θανάτου. Προδίδουν με την τρυφερή εγκατάλειψη της ματαιότητας.
Στους εφιάλτες τους, οι κλεψύδρες ουρλιάζουν σαν φοβικοί ραγισμένοι καθρέφτες. Γλυκιά ειρωνεία, να πεθαίνεις αθόρυβα από έκσταση και φρίκη στην αυγή μιας καινούριας χιλιοπαιγμένης εποχής...
Οι άνθρωποι ερωτεύονται ο ένας τον άλλο με την παραφορά, που γεννά η επίγνωση του θανάτου. Προδίδουν με την τρυφερή εγκατάλειψη της ματαιότητας.
Στους εφιάλτες τους, οι κλεψύδρες ουρλιάζουν σαν φοβικοί ραγισμένοι καθρέφτες. Γλυκιά ειρωνεία, να πεθαίνεις αθόρυβα από έκσταση και φρίκη στην αυγή μιας καινούριας χιλιοπαιγμένης εποχής...
Monday, 23 December 2013
Με τα χρόνια καταλάβαμε πως η χειρότερη επίθεση είναι η άμυνα. Φθείρει ανεπανόρθωτα ό,τι αγγίζει και κυρίως εκείνον, που οχυρώνεται για να προστατευτεί από όσους επιχειρούν να τον προσεγγίσουν, χωρίς ποτέ να μαθαίνει αν οι προθέσεις τους ήταν όντως εχθρικές.
Καθώς παρακολουθούσες τη μεγάλη παράσταση του ηλιοβασιλέματος, ένα όνειρο ξέφυγε από το χέρι σου, πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε στον ορίζοντα σαν τα μπαλόνια, που ικετεύαμε να μας αγοράσουν όταν ήμασταν παιδιά, αρνούμενοι να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος.
Η χειρότερη άμυνα: Να κρατάς πολύ σφιχτά στο χέρι σου το μικρό σου θησαυρό, μέχρι που η κούραση σε αναγκάζει να χαλαρώσεις για μια στιγμή τα δάχτυλα σου και το πολύτιμο νήμα γλιστρά απαλά μέσα από την ιδρωμένη παλάμη σου με κατεύθυνση το άπειρο- μια ανεπαίσθητη κουκκίδα στον ουρανό κι ύστερα τίποτα.
Μια νύχτα ονειρεύτηκες πως η αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα οδηγούσε στο νησί, όπου προσγειώνονται τα χαμένα μπαλόνια όλου του κόσμου.
Καθώς παρακολουθούσες τη μεγάλη παράσταση του ηλιοβασιλέματος, ένα όνειρο ξέφυγε από το χέρι σου, πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε στον ορίζοντα σαν τα μπαλόνια, που ικετεύαμε να μας αγοράσουν όταν ήμασταν παιδιά, αρνούμενοι να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος.
Η χειρότερη άμυνα: Να κρατάς πολύ σφιχτά στο χέρι σου το μικρό σου θησαυρό, μέχρι που η κούραση σε αναγκάζει να χαλαρώσεις για μια στιγμή τα δάχτυλα σου και το πολύτιμο νήμα γλιστρά απαλά μέσα από την ιδρωμένη παλάμη σου με κατεύθυνση το άπειρο- μια ανεπαίσθητη κουκκίδα στον ουρανό κι ύστερα τίποτα.
Μια νύχτα ονειρεύτηκες πως η αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα οδηγούσε στο νησί, όπου προσγειώνονται τα χαμένα μπαλόνια όλου του κόσμου.
Subscribe to:
Posts (Atom)