Ονειρευόταν το ποτάμι. Καμπύλες γραμμές, επιπλέουσες επιθυμίες, αφρισμένα όνειρα. Ένα εύθραυστο καλοκαίρι στις αρχές του χειμώνα.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, δεν φοβούνται πια το σκοτάδι. Μόνο η ζωή τα τρομάζει λιγάκι. Το αδρό περίγραμμα της ματαιότητας. Η μοναξιά με το υπνωτικό της άγγιγμα. Απόγνωση απαλή σαν χάδι.
Ευτυχώς η πάθηση σας έχει όνομα, λένε. Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής. Τι μπορεί να διαταράσσει την ελλειμματική προσοχή, αναρωτιέσαι; Δεν σου πολυαρέσει η φράση, θα προτιμούσες κάτι πιο ποιητικό.
Σύνδρομο αποσπασματικής επίγνωσης, για παράδειγμα. Λανθάνων μανιοσουρεαλισμός. Εκφυλιστική μελαγχολία. Καλπάζουσα κακοήθης νοσταλγία. Η χρόνια ενδοσκόπηση αναμφίβολλα κατατάσσεται στην κατηγορία των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Ο,τι έχει όνομα έχει και θεραπεία, λένε. Αν όχι, τουλάχιστον η διάγνωση εξασφαλίζει ένα άριστο πιστοποιητικό θανάτου. Ο θάνατος από γνωστά αίτια είναι, φυσικά, προτιμότερος. Εμπνέει σεβασμό. Θερμά συλληπητήρια. Και τα σχετικά.
Ανησυχώ πως μια μέρα θα πεθάνουμε ακριβώς όπως ζήσαμε- αναιτιολόγητα.
Wednesday, 15 October 2014
Wednesday, 8 October 2014
Καλλιεργητές θετικών προσδοκιών
Μου αρέσει να την φαντάζομαι να περιπλανιέται τις νύχτες στις σήραγγες του ηλεκτρικού. Καπνίζει αποτσίγαρα χαζεύοντας τα γκράφιτι, ταϊζει ψίχουλα τους αρουραίους, κοιμάται γαλήνια με το κεφάλι ακουμπισμένο στις ράγες.
Δεν αισθάνεται φόβο- κανένας δεν της έχει μιλήσει για το θάνατο, για υποχθόνια πλάσματα και ανθρώπους με εχθρικές προθέσεις, για επικίνδυνα ατυχήματα, μικρόβια ή αρρώστιες.
Δες πως ανθίζουν τα χωράφια της μνήμης, ο έρωτας ήταν ανέκαθεν ένα παιχνίδι εξουσίας και η απόλυτη εμπιστοσύνη ένα όμορφο ψέμα σαν τις νεράιδες ή τον άγιο βασίλη.
Μην εγκαταλείπεις την ελπίδα, θα τραγουδάμε ώσπου να μας νικήσει η σιωπή, θα πιστεύουμε πως μπορούμε να πετάξουμε μέχρι το έδαφος να μας συνθλίψει, θα γοητευόμαστε από τις φλόγες και θα υπομένουμε σιωπηλά, γεμάτοι απορία, τον πόνο στα ακροδάχτυλα μας από το άγγιγμα της φωτιάς.
Δεν αισθάνεται φόβο- κανένας δεν της έχει μιλήσει για το θάνατο, για υποχθόνια πλάσματα και ανθρώπους με εχθρικές προθέσεις, για επικίνδυνα ατυχήματα, μικρόβια ή αρρώστιες.
Δες πως ανθίζουν τα χωράφια της μνήμης, ο έρωτας ήταν ανέκαθεν ένα παιχνίδι εξουσίας και η απόλυτη εμπιστοσύνη ένα όμορφο ψέμα σαν τις νεράιδες ή τον άγιο βασίλη.
Μην εγκαταλείπεις την ελπίδα, θα τραγουδάμε ώσπου να μας νικήσει η σιωπή, θα πιστεύουμε πως μπορούμε να πετάξουμε μέχρι το έδαφος να μας συνθλίψει, θα γοητευόμαστε από τις φλόγες και θα υπομένουμε σιωπηλά, γεμάτοι απορία, τον πόνο στα ακροδάχτυλα μας από το άγγιγμα της φωτιάς.
Thursday, 2 October 2014
Μεταξοσκώληκες
Δεν τρομάζεις πια όταν στερεύει ο χείμαρρος των ακριβοπληρωμένων επώδυνων λέξεων. Χαμογελάς στο άγνωστο και αφήνεις τον μανδύα της σιωπής να γλιστρήσει απαλά πάνω στο δέρμα σου. Λουφάζεις μέσα στο διάφανο κουκούλι σου, δοκιμάζεις την ανοίκεια γεύση της πληρότητας χωρίς να αναρωτιέσαι πόσο διαρκεί.
Κι όταν καμιά φορά βγάζεις έξω το κεφάλι σου για μια στιγμιαία εισπνοή, απορείς με την βιαιότητα του ανέμου που κάποτε ένιωθες σαν χάδι στο πρόσωπο σου. Συνειδητοποιείς πως η μοναξιά ήταν το οξυγόνο σου, όμως πόσο εύκολα εξασκήθηκες στην άπνοια, πόσο πρόθυμα υπέδειξες τα ανυπεράσπιστα σημεία των οχυρών σου στον εχθρό, πόσο αδιάφορα έστειλες τους πολεμιστές σου σε βέβαιο θάνατο...
Άραγε θα μας βρουν μια μέρα οι λογιστές της ματαιότητας απαιτώντας να εξαργυρωθούν μία μία οι λευκές υποσχέσεις μας; Αραγε θα λαχταρήσουμε ξανά την επάρκεια ενός αυτόφωτου πυρήνα; Αραγε θα συγχωρέσουμε ποτέ όσους μας είδαν γυμνούς, ευάλωτους, φριχτά σημαδεμένους μα τόλμησαν, αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις, να μας αγαπήσουν;
Κι όταν καμιά φορά βγάζεις έξω το κεφάλι σου για μια στιγμιαία εισπνοή, απορείς με την βιαιότητα του ανέμου που κάποτε ένιωθες σαν χάδι στο πρόσωπο σου. Συνειδητοποιείς πως η μοναξιά ήταν το οξυγόνο σου, όμως πόσο εύκολα εξασκήθηκες στην άπνοια, πόσο πρόθυμα υπέδειξες τα ανυπεράσπιστα σημεία των οχυρών σου στον εχθρό, πόσο αδιάφορα έστειλες τους πολεμιστές σου σε βέβαιο θάνατο...
Άραγε θα μας βρουν μια μέρα οι λογιστές της ματαιότητας απαιτώντας να εξαργυρωθούν μία μία οι λευκές υποσχέσεις μας; Αραγε θα λαχταρήσουμε ξανά την επάρκεια ενός αυτόφωτου πυρήνα; Αραγε θα συγχωρέσουμε ποτέ όσους μας είδαν γυμνούς, ευάλωτους, φριχτά σημαδεμένους μα τόλμησαν, αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις, να μας αγαπήσουν;
Thursday, 11 September 2014
Θύμισε μου πόσο εύκολα ξεχνάμε
Πριν ξημερώσει μας ξυπνάει απότομα μία βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Βρέχει και επιπλέουμε σαν νεκροί κροκόδειλοι στα κίτρινα νερά του ποταμού.
Έξω κάνει ψύχρα. Μυρίζει υγρασία, θλίψη και φθινοπωρινή ερήμωση. Αλλά δεν φοβόμαστε τις εποχές πια- έτσι κι αλλιώς έρχονται πάντοτε μεταμφιεσμένες.
Ναι, τον τελευταίο καιρό οι εποχές κρατούν στα χέρια τους πλαστές μονιμότητες, τάχα για να μας τις προσφέρουν ανιδιοτελώς. Στοιβάζουν πρόχειρα σακούλες γεμάτες ελαφρυντικά, αποτυχίες και προσχήματα στη ντουλάπα μαζί με τα ρούχα της προηγούμενης σεζόν.
Αν κοιτάξω προσεκτικά ανάμεσα από τις χαραμάδες, ξέρω πως θα σε δω να παραμονεύεις σιωπηλά, μικρέ παράφορε ήλιε με τις τσουρουφλισμένες βλεφαρίδες και τις σπασμένες αλυσίδες τυλιγμένες στους αστραγάλους σου σαν μεταλλική ανάμνηση απελευθέρωσης.
Έξω κάνει ψύχρα. Μυρίζει υγρασία, θλίψη και φθινοπωρινή ερήμωση. Αλλά δεν φοβόμαστε τις εποχές πια- έτσι κι αλλιώς έρχονται πάντοτε μεταμφιεσμένες.
Ναι, τον τελευταίο καιρό οι εποχές κρατούν στα χέρια τους πλαστές μονιμότητες, τάχα για να μας τις προσφέρουν ανιδιοτελώς. Στοιβάζουν πρόχειρα σακούλες γεμάτες ελαφρυντικά, αποτυχίες και προσχήματα στη ντουλάπα μαζί με τα ρούχα της προηγούμενης σεζόν.
Αν κοιτάξω προσεκτικά ανάμεσα από τις χαραμάδες, ξέρω πως θα σε δω να παραμονεύεις σιωπηλά, μικρέ παράφορε ήλιε με τις τσουρουφλισμένες βλεφαρίδες και τις σπασμένες αλυσίδες τυλιγμένες στους αστραγάλους σου σαν μεταλλική ανάμνηση απελευθέρωσης.
Thursday, 21 August 2014
Ύφεση αμαρτιών
Αν δεν της αποκάλυπτε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, ήταν για να την προστατέψει από τα θραύσματα των εσωτερικών του εκρήξεων.
Δίσταζε να της πει, η ζωή είναι το τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στη νοσταλγία για ένα παρελθόν, που ποτέ δεν ζήσαμε, και τον τρόμο μπροστά στο Άγνωστο του μέλλοντος. Ακροβατούμε παραπαίοντας, με εξαίρεση εκείνες τις σπάνιες φορές που απογειωνόμαστε αφήνοντας πίσω μας πολύχρωμα σύννεφα υδρατμών.
Τότε ξαφνικά ο χρόνος αρνείται να υποταχτεί στα ρολόγια και οι στιγμές γίνονται αυτοσκοπός. Ναι, υποψιάζομαι πως όλα τα ναρκωτικά και όλες οι θρησκείες γεννήθηκαν ως φτωχές, απεγνωσμένες απομιμήσεις αυτού του συναισθήματος.
Κι αν η πραγματικότητα μας είναι μια αργή βασανιστική πορεία μέσα από τα διαδοχικά στάδια της φθοράς, αν η μόνη αδιάσειστη βεβαιότητα της ανθρωπότητας είναι το αμετάκλητο του θανάτου, δε βλέπω άλλη διέξοδο πέρα από το να ριχτούμε σαν διψασμένα παιδιά στη δροσιά του αφρισμένου ποταμού, να πιούμε αχόρταγα από την πηγή της τρέλας και της αγαλλίασης, να ξεχαστούμε παίζοντας με τα αστραφτερά βότσαλα μέχρι να πέσει η νύχτα και να βυθιστούμε σε έναν ανέμελο χορτάτο ύπνο δίχως όνειρα.
Ποιός ξέρει, μπορεί το πιο βαθύ σκοτάδι τελικά να οδηγεί στο φως.
Δίσταζε να της πει, η ζωή είναι το τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στη νοσταλγία για ένα παρελθόν, που ποτέ δεν ζήσαμε, και τον τρόμο μπροστά στο Άγνωστο του μέλλοντος. Ακροβατούμε παραπαίοντας, με εξαίρεση εκείνες τις σπάνιες φορές που απογειωνόμαστε αφήνοντας πίσω μας πολύχρωμα σύννεφα υδρατμών.
Τότε ξαφνικά ο χρόνος αρνείται να υποταχτεί στα ρολόγια και οι στιγμές γίνονται αυτοσκοπός. Ναι, υποψιάζομαι πως όλα τα ναρκωτικά και όλες οι θρησκείες γεννήθηκαν ως φτωχές, απεγνωσμένες απομιμήσεις αυτού του συναισθήματος.
Κι αν η πραγματικότητα μας είναι μια αργή βασανιστική πορεία μέσα από τα διαδοχικά στάδια της φθοράς, αν η μόνη αδιάσειστη βεβαιότητα της ανθρωπότητας είναι το αμετάκλητο του θανάτου, δε βλέπω άλλη διέξοδο πέρα από το να ριχτούμε σαν διψασμένα παιδιά στη δροσιά του αφρισμένου ποταμού, να πιούμε αχόρταγα από την πηγή της τρέλας και της αγαλλίασης, να ξεχαστούμε παίζοντας με τα αστραφτερά βότσαλα μέχρι να πέσει η νύχτα και να βυθιστούμε σε έναν ανέμελο χορτάτο ύπνο δίχως όνειρα.
Ποιός ξέρει, μπορεί το πιο βαθύ σκοτάδι τελικά να οδηγεί στο φως.
Wednesday, 6 August 2014
Επιστροφή
Η ευτυχία δεν χρειάζεται αυτόπτες μάρτυρες. Kαμιά φορά, ωστόσο, τους προκαλούσε δέος η αντανάκλαση του γαλαξία στα μάτια του οικείου όσο και απρόσιτου Άλλου.
Νόμιζαν πως ήταν πλέον πολύ σκληροί για να αισθανθούν, πολύ κυνικοί για να πιστέψουν, πολύ φθαρμένοι για να ψιθυρίσουν χιλιοειπωμένες φράσεις, πολύ μεγάλοι για να χτίσουν κάστρα στην άμμο, να φοβηθούν το σκοτάδι, να μιμηθούν τις κραυγές των αγριοκάτσικων ή να αφουγκραστούν τη μελωδία των αστεριών.
Τους απασχολούσε, προπάντων, το ενδεχόμενο οριστικής απώλειας της μοναδικότητας εξαιτίας της αέναης αναπαραγωγής ορισμένων τάχα ανεπανάληπτων στιγμών στο πέρασμα του χρόνου.
Όταν τους τρόμαζε το μέλλον, δεν ήταν επειδή δείλιαζαν μπροστά στο άγνωστο, αλλά γιατί δεν θα άντεχαν να έρθουν αντιμέτωποι με μια ακόμα φτηνή, προδιαγεγραμμένη απομίμηση του παρελθόντος.
Φυσικά είχαν κάνει λάθος, πάλι.
Και τις νύχτες ανακάλυπταν την άσπιλη γαλήνη που κρύβεται μέσα στον πυρήνα της έντασης. Ήξεραν πια πως ο υπόκωφος ήχος των κυματων θα τους συντρόφευε για πάντα.
Νόμιζαν πως ήταν πλέον πολύ σκληροί για να αισθανθούν, πολύ κυνικοί για να πιστέψουν, πολύ φθαρμένοι για να ψιθυρίσουν χιλιοειπωμένες φράσεις, πολύ μεγάλοι για να χτίσουν κάστρα στην άμμο, να φοβηθούν το σκοτάδι, να μιμηθούν τις κραυγές των αγριοκάτσικων ή να αφουγκραστούν τη μελωδία των αστεριών.
Τους απασχολούσε, προπάντων, το ενδεχόμενο οριστικής απώλειας της μοναδικότητας εξαιτίας της αέναης αναπαραγωγής ορισμένων τάχα ανεπανάληπτων στιγμών στο πέρασμα του χρόνου.
Όταν τους τρόμαζε το μέλλον, δεν ήταν επειδή δείλιαζαν μπροστά στο άγνωστο, αλλά γιατί δεν θα άντεχαν να έρθουν αντιμέτωποι με μια ακόμα φτηνή, προδιαγεγραμμένη απομίμηση του παρελθόντος.
Φυσικά είχαν κάνει λάθος, πάλι.
Και τις νύχτες ανακάλυπταν την άσπιλη γαλήνη που κρύβεται μέσα στον πυρήνα της έντασης. Ήξεραν πια πως ο υπόκωφος ήχος των κυματων θα τους συντρόφευε για πάντα.
Friday, 18 July 2014
Άρνηση
Έπρεπε να ζήσουν χίλια χρόνια στο σκοτάδι για να μάθουν να διακρίνουν το φως. Όσο για μας, ακολουθήσαμε τα ρυάκια ως το μεγάλο ποτάμι και κυλήσαμε μαζί του μέχρι την ακτή. Κούραση δε νιώσαμε ποτέ- ήταν καλοκαίρι. Μετρούσαμε ξανά τον χρόνο σε αναπνοές, δροσοσταλίδες και τυχαία αγγίγματα.
Οι πιο θαρραλέοι αψηφούσαν την απογοήτευση και έσκαβαν στο χώμα αναζητώντας θαμμένα πεφταστέρια. Γύριζαν μονίμως με άδεια χέρια, κέρδιζαν όμως το θαυμασμό των παιδιών- όλοι έχουμε ανάγκη από ήρωες, κυρίως αφηρημένους ονειροπόλους ήρωες με λασπωμένα ρούχα και μηδενικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Στην αρχή του χειμώνα, βέβαια, κατάφεραν να μας ανακαλύψουν. Μας πακετάρισαν σε κούτες, έγραψαν πάνω τα ονόματα μας και μας επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες στα σπίτια μας- μόνο που δεν θύμιζαν σπίτια πια.
Παγωμένος αέρας έμπαινε από τις τρύπες στους τοίχους, περιστέρια φώλιαζαν στα φωτιστικά, τα έπιπλα είχαν καλυφθεί με σκόνη και σωρούς κίτρινων φύλλων, οι πινακίδες του δρόμου ήταν γραμμένες σε μια άγνωστη γλώσσα και δεν μπορούσαμε να στείλουμε τη διεύθυνση στους φίλους μας. Αν δηλαδή είχαμε ακόμα φίλους σε εκείνον τον τόπο. Υποθέταμε πως τους είχαν εξορίσει προ πολλού.
Φτιάξαμε όπως όπως ένα καταφύγιο σε μια γωνιά της αυλής. Όταν χιόνιζε, μαζευόμασταν γύρω από έναν μικρό αμμόλοφο για να ζεστάνουμε τα χέρια μας. Ήταν υγρός και κρύος, μα εμείς τον φανταζόμασταν να καίει από την ανάμνηση του αυγουστιάτικου ήλιου, κι όταν περνούσαν λεωφορεία ορκιζόμασταν πως ακούγαμε τη θάλασσα.
Οι πιο θαρραλέοι αψηφούσαν την απογοήτευση και έσκαβαν στο χώμα αναζητώντας θαμμένα πεφταστέρια. Γύριζαν μονίμως με άδεια χέρια, κέρδιζαν όμως το θαυμασμό των παιδιών- όλοι έχουμε ανάγκη από ήρωες, κυρίως αφηρημένους ονειροπόλους ήρωες με λασπωμένα ρούχα και μηδενικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Στην αρχή του χειμώνα, βέβαια, κατάφεραν να μας ανακαλύψουν. Μας πακετάρισαν σε κούτες, έγραψαν πάνω τα ονόματα μας και μας επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες στα σπίτια μας- μόνο που δεν θύμιζαν σπίτια πια.
Παγωμένος αέρας έμπαινε από τις τρύπες στους τοίχους, περιστέρια φώλιαζαν στα φωτιστικά, τα έπιπλα είχαν καλυφθεί με σκόνη και σωρούς κίτρινων φύλλων, οι πινακίδες του δρόμου ήταν γραμμένες σε μια άγνωστη γλώσσα και δεν μπορούσαμε να στείλουμε τη διεύθυνση στους φίλους μας. Αν δηλαδή είχαμε ακόμα φίλους σε εκείνον τον τόπο. Υποθέταμε πως τους είχαν εξορίσει προ πολλού.
Φτιάξαμε όπως όπως ένα καταφύγιο σε μια γωνιά της αυλής. Όταν χιόνιζε, μαζευόμασταν γύρω από έναν μικρό αμμόλοφο για να ζεστάνουμε τα χέρια μας. Ήταν υγρός και κρύος, μα εμείς τον φανταζόμασταν να καίει από την ανάμνηση του αυγουστιάτικου ήλιου, κι όταν περνούσαν λεωφορεία ορκιζόμασταν πως ακούγαμε τη θάλασσα.
Thursday, 3 July 2014
Παραλήπτης άγνωστος
Tο τελευταίο από τα γράμματα, που επέστρεφε κάθε πρωί ο ταχυδρόμος, μιλούσε για τη γοητεία της μελαγχολίας και άλλες χαριτωμένες κοινοτοπίες. Αυτό που κάνει τη Γη να γυρίζει, έγραφε, δεν είναι η βαρύτητα, αλλά η επιθυμία.
Θα ήθελα να σου έδειχνα πώς να αφουγκράζεσαι τη σιωπή, να ενθουσιάζεσαι με ασημαντότητες, όπως ένας τσαλαπετεινός στην άκρη του δρόμου, η μυρωδιά της βροχής ή τα πρώτα τζιτζίκια του καλοκαιριού.
Θα 'θελα να σου μάθαινα τα ονόματα των δέντρων και των αστεριών ή, καλύτερα, να τους δίναμε δικά μας ονόματα και να μην τα ξεχνούσαμε ποτέ. Θα 'θελα η λαχτάρα σου για τρυφερότητα να μη μεταμφιεζόταν σε απαιτητικότητα και οι φόβοι σου να μην ύψωναν φράγματα ανάμεσα μας.
Θα ήθελα να καταλάβαινες γιατί με τρομάζουν περισσότερο οι άνθρωποι από τις αράχνες, να διάβαζες τις σκέψεις μου σαν ανοιχτό βιβλίο, να ήξερες να γαληνεύεις τις καταιγίδες μέσα μου ψιθυρίζοντας στην παράξενη γλώσσα, που ηρεμεί τα σκυλιά και τα πολύ μικρά παιδιά.
Θα 'θελα να ήμουν ήλιος, για να σε εντυπωσίαζα με τη λάμψη μου και όχι μια μαύρη τρύπα που απορροφά το φως, ένας παλιάτσος με αδέξιο βάδισμα και δανεικές βεβαιότητες.
Θα ήθελα να μην θέλω τίποτα πια, μόνο να περιπλανιέμαι σαν δορυφόρος, που κατάφερε να ξεφύγει από το άγρυπνο βλέμμα των βαρυτικών δυνάμεων και τώρα αιωρείται, ελεύθερος και μόνος, στο αχανές σκοτάδι του διαστήματος.
Θα ήθελα να σου έδειχνα πώς να αφουγκράζεσαι τη σιωπή, να ενθουσιάζεσαι με ασημαντότητες, όπως ένας τσαλαπετεινός στην άκρη του δρόμου, η μυρωδιά της βροχής ή τα πρώτα τζιτζίκια του καλοκαιριού.
Θα 'θελα να σου μάθαινα τα ονόματα των δέντρων και των αστεριών ή, καλύτερα, να τους δίναμε δικά μας ονόματα και να μην τα ξεχνούσαμε ποτέ. Θα 'θελα η λαχτάρα σου για τρυφερότητα να μη μεταμφιεζόταν σε απαιτητικότητα και οι φόβοι σου να μην ύψωναν φράγματα ανάμεσα μας.
Θα ήθελα να καταλάβαινες γιατί με τρομάζουν περισσότερο οι άνθρωποι από τις αράχνες, να διάβαζες τις σκέψεις μου σαν ανοιχτό βιβλίο, να ήξερες να γαληνεύεις τις καταιγίδες μέσα μου ψιθυρίζοντας στην παράξενη γλώσσα, που ηρεμεί τα σκυλιά και τα πολύ μικρά παιδιά.
Θα 'θελα να ήμουν ήλιος, για να σε εντυπωσίαζα με τη λάμψη μου και όχι μια μαύρη τρύπα που απορροφά το φως, ένας παλιάτσος με αδέξιο βάδισμα και δανεικές βεβαιότητες.
Θα ήθελα να μην θέλω τίποτα πια, μόνο να περιπλανιέμαι σαν δορυφόρος, που κατάφερε να ξεφύγει από το άγρυπνο βλέμμα των βαρυτικών δυνάμεων και τώρα αιωρείται, ελεύθερος και μόνος, στο αχανές σκοτάδι του διαστήματος.
Sunday, 29 June 2014
Η ελευθερία δεν έχει εξόδους κινδύνου
Όλοι όσοι αγαπήσαμε και χάσαμε στη διαδρομή- τι σημασία έχει, στο τέλος, ποιός πλήγωσε ποιόν ή πιο πολύ-, μεταμορφώθηκαν στα μικρά τρυφερά φαντάσματα, που κουβαλάμε παντού μαζί μας για να μας θυμίζουν πως ζήσαμε, πως νιώσαμε, πως σταθήκαμε γυμνοί κάτω από τη βροχή και τον ήλιο, πως αφεθήκαμε με την ίδια εγκατάλειψη στην αγαλλίαση και την οδύνη.
Κι όταν δεν θα μας στοιχειώνουν πια οι ενοχές και οι αμφιβολλίες, όταν δεν θα ξυπνάμε μέσα στη νύχτα κλαίγοντας από νοσταλγία, όταν θα πάψουμε να αναζητάμε καταφύγιο στο πάθος ακροβατώντας ανάμεσα στον τρόμο και την έκσταση, τότε μόνο να θρηνήσεις για μας.
Γιατί η ανάμνηση του πόνου- του δικού μας ή των Άλλων-, είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπινους, ο φόβος της απώλειας αυτό που μας διαχωρίζει από τους νεκρούς κι ο έρωτας η ευφήμερη, πεισματική απόδραση μας από την αιωνιότητα του αναπόφευκτου.
Κι όταν δεν θα μας στοιχειώνουν πια οι ενοχές και οι αμφιβολλίες, όταν δεν θα ξυπνάμε μέσα στη νύχτα κλαίγοντας από νοσταλγία, όταν θα πάψουμε να αναζητάμε καταφύγιο στο πάθος ακροβατώντας ανάμεσα στον τρόμο και την έκσταση, τότε μόνο να θρηνήσεις για μας.
Γιατί η ανάμνηση του πόνου- του δικού μας ή των Άλλων-, είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπινους, ο φόβος της απώλειας αυτό που μας διαχωρίζει από τους νεκρούς κι ο έρωτας η ευφήμερη, πεισματική απόδραση μας από την αιωνιότητα του αναπόφευκτου.
Tuesday, 17 June 2014
Παρερμηνείες
(1)
Το σταχτί σύννεφο, που πλανάται πάνω από τα Δευτεριάτικα πρωινά, λένε πως σχετίζεται με τις ηφαιστιακές εκρήξεις του Σαββατοκύριακου. Την αλήθεια τη γνωρίζουν μόνο όσοι έχουν γεννηθεί Κυριακή βράδυ.
Η Δευτέρα ήταν το ανυπόφορο φως, που αντίκρυσαν όταν άνοιξαν τα ζαρωμένα βλέφαρα τους στο πρώτο πρωινό ξύπνημα. Ηταν η νοσταλγία για το υγρό, ζεστό ημίφως, από όπου τους απέσπασαν βίαια και αμετάκλητα.
Η Δευτέρα κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις: ημερομηνίες, μετρήσεις, εμβόλια. Μύριζε απολυμαντικό, ηχούσε σαν το κλάμμα δεκάδων αγουροξυπνημένων νεογέννητων, είχε τα παχουλά χέρια και τα λαίμαργα μάτια των συγγενών, που βιάζονταν να επισημάνουν τις προφανείς ομοιότητες.
(2)
Είχε γεννηθεί ξημερώματα Δευτέρας. Η μέρα τον βρήκε άυπνο και εξαντλημένο. Για τους γονείς του, ήταν ένα δώρο, το επιστέγασμα μακρών και επίπονων προσπαθειών. Πριν τον γνωρίσουν, τον είχαν ήδη λατρέψει.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα έπλαθε με τη φαντασία του μία διαφορετική αφετηρία για τον εαυτό του. Άλλοι στη θέση του θα άνθιζαν μέσα σε τόση τρυφερότητα. Εκείνος λύγιζε κάτω από το βάρος της.
Ήθελε να είναι το ενθύμιο μιας νύχτας πάθους, καρπός ενός μεγάλου απαγορευμένου έρωτα, το μοιραίο λάθος που άλλαξε οριστικά την πορεία των γεγονότων.
Ηθελε, πριν τον αγαπήσουν, να τον είχαν μισήσει. Τότε θα μπορούσε να κερδίσει την εύνοια τους, να φανεί άξιος της φροντίδας τους, να κατακτήσει λίγο λίγο τις καρδιές τους. Αλλά με αυτή την τυφλή, σπάταλη, εξισωτική αγάπη δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί ποτέ.
(3)
Μας πήρε πολύ καιρό να καταλάβουμε πως η λαχτάρα μας για θάνατο ήταν, στην πραγματικότητα, το μεταμφιεσμένο πάθος για ζωή.
Το σταχτί σύννεφο, που πλανάται πάνω από τα Δευτεριάτικα πρωινά, λένε πως σχετίζεται με τις ηφαιστιακές εκρήξεις του Σαββατοκύριακου. Την αλήθεια τη γνωρίζουν μόνο όσοι έχουν γεννηθεί Κυριακή βράδυ.
Η Δευτέρα ήταν το ανυπόφορο φως, που αντίκρυσαν όταν άνοιξαν τα ζαρωμένα βλέφαρα τους στο πρώτο πρωινό ξύπνημα. Ηταν η νοσταλγία για το υγρό, ζεστό ημίφως, από όπου τους απέσπασαν βίαια και αμετάκλητα.
Η Δευτέρα κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις: ημερομηνίες, μετρήσεις, εμβόλια. Μύριζε απολυμαντικό, ηχούσε σαν το κλάμμα δεκάδων αγουροξυπνημένων νεογέννητων, είχε τα παχουλά χέρια και τα λαίμαργα μάτια των συγγενών, που βιάζονταν να επισημάνουν τις προφανείς ομοιότητες.
(2)
Είχε γεννηθεί ξημερώματα Δευτέρας. Η μέρα τον βρήκε άυπνο και εξαντλημένο. Για τους γονείς του, ήταν ένα δώρο, το επιστέγασμα μακρών και επίπονων προσπαθειών. Πριν τον γνωρίσουν, τον είχαν ήδη λατρέψει.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα έπλαθε με τη φαντασία του μία διαφορετική αφετηρία για τον εαυτό του. Άλλοι στη θέση του θα άνθιζαν μέσα σε τόση τρυφερότητα. Εκείνος λύγιζε κάτω από το βάρος της.
Ήθελε να είναι το ενθύμιο μιας νύχτας πάθους, καρπός ενός μεγάλου απαγορευμένου έρωτα, το μοιραίο λάθος που άλλαξε οριστικά την πορεία των γεγονότων.
Ηθελε, πριν τον αγαπήσουν, να τον είχαν μισήσει. Τότε θα μπορούσε να κερδίσει την εύνοια τους, να φανεί άξιος της φροντίδας τους, να κατακτήσει λίγο λίγο τις καρδιές τους. Αλλά με αυτή την τυφλή, σπάταλη, εξισωτική αγάπη δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί ποτέ.
(3)
Μας πήρε πολύ καιρό να καταλάβουμε πως η λαχτάρα μας για θάνατο ήταν, στην πραγματικότητα, το μεταμφιεσμένο πάθος για ζωή.
Thursday, 12 June 2014
Η απενοχοποίηση της αισιοδοξίας (δεν είναι εύκολη υπόθεση)
Στην χωματερή των στερεοποιημένων ενοχών, των ανεκπλήρωτων ευχών και των προδομένων παιδικών ονείρων ανακαλύπτεις τυχαία κάτι τόσο αμόλυντο, που σε τυφλώνει με το φως του.
Kάνεις ένα τρομαγμένο βήμα πίσω, το περιεργάζεσαι από ασφαλή απόσταση. Μοίαζει με μικρογραφία αστεριού. Ένας μετεωρίτης στο μέγεθος της παλάμης σου, ο οποίος κατάφερε να διασχίσει όλα τα στρώματα της ατμόσφαιρας χωρίς να χάσει τη λάμψη του.
Ύστερα πλησιάζεις, απλώνεις διστακτικά το χέρι σου, τολμάς να το αγγίξεις με τα ακροδάκτυλα σου. Σε καίει. Ο πόνος είναι γλυκός, εθιστικός, σε υπερβαίνει και σε αφήνει διψασμένο.
Συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ότι νόμιζες οριστικά χαμένο είχε απλώς θαφτεί κάτω από τους σωρούς φόβων και απογοητεύσεων, που ξεφόρτωναν τόσα χρόνια τα φορτηγά.
Ρωτάς από πού πηγάζει αυτή η πρωτόγνωρη ακλόνητη βεβαιότητα και πώς βρίσκει τη δύναμη να αψηφά τις επίμονες απόπειρες της αμφισβήτησης να τη δαμάσει.
Κάπου κάπου σε πανικοβάλλουν οι πιο αδιόρατες αναταράξεις. Αντιμετωπίζεις τα αμελητέα παραπτώματα σου ως μοιραία σφάλματα, σπεύδεις να καταδικάσεις τον εαυτό σου και αναμένεις τη δίκαιη τιμωρία.
Αλλά η μόνη ποινή που σου επιβάλλεται είναι να ξαναμάθεις την ξεχασμένη διάλεκτο των θετικών συναισθημάτων.
Ακόμα φοβάσαι. Ακόμα θυμάσαι. Σκέφτεσαι πως μπορεί να είναι όλα ένα δημιούργημα της κουρασμένης φαντασίας σου. Αναρωτιέσαι αν θα ξυπνήσεις. Και πώς. Και πότε.
Στο βάθος, όμως, αδιαφορείς για τις απαντήσεις. Αφήνεσαι, ωθούμενος από κάποια ωμή, ακατέργαστη παρόρμηση, να κατρακυλήσεις στους καυτούς αμμόλοφους. Ο κυνισμός σου εξατμίζεται σαν νερό κάτω από τον ήλιο της ερήμου.
Κι όταν η ζέστη σε εξαντλεί, αναζητάς τη γαλήνη στις μυστικές δροσερές οάσεις. Κι ούτε που έχει πια σημασία αν είναι πραγματικές ή αντικατοπτρισμοί: σε αυτόν τον πλανήτη, τα πάντα είναι αληθινά, αρκεί να τα πιστεύουμε.
Kάνεις ένα τρομαγμένο βήμα πίσω, το περιεργάζεσαι από ασφαλή απόσταση. Μοίαζει με μικρογραφία αστεριού. Ένας μετεωρίτης στο μέγεθος της παλάμης σου, ο οποίος κατάφερε να διασχίσει όλα τα στρώματα της ατμόσφαιρας χωρίς να χάσει τη λάμψη του.
Ύστερα πλησιάζεις, απλώνεις διστακτικά το χέρι σου, τολμάς να το αγγίξεις με τα ακροδάκτυλα σου. Σε καίει. Ο πόνος είναι γλυκός, εθιστικός, σε υπερβαίνει και σε αφήνει διψασμένο.
Συνειδητοποιείς ξαφνικά πως ότι νόμιζες οριστικά χαμένο είχε απλώς θαφτεί κάτω από τους σωρούς φόβων και απογοητεύσεων, που ξεφόρτωναν τόσα χρόνια τα φορτηγά.
Ρωτάς από πού πηγάζει αυτή η πρωτόγνωρη ακλόνητη βεβαιότητα και πώς βρίσκει τη δύναμη να αψηφά τις επίμονες απόπειρες της αμφισβήτησης να τη δαμάσει.
Κάπου κάπου σε πανικοβάλλουν οι πιο αδιόρατες αναταράξεις. Αντιμετωπίζεις τα αμελητέα παραπτώματα σου ως μοιραία σφάλματα, σπεύδεις να καταδικάσεις τον εαυτό σου και αναμένεις τη δίκαιη τιμωρία.
Αλλά η μόνη ποινή που σου επιβάλλεται είναι να ξαναμάθεις την ξεχασμένη διάλεκτο των θετικών συναισθημάτων.
Ακόμα φοβάσαι. Ακόμα θυμάσαι. Σκέφτεσαι πως μπορεί να είναι όλα ένα δημιούργημα της κουρασμένης φαντασίας σου. Αναρωτιέσαι αν θα ξυπνήσεις. Και πώς. Και πότε.
Στο βάθος, όμως, αδιαφορείς για τις απαντήσεις. Αφήνεσαι, ωθούμενος από κάποια ωμή, ακατέργαστη παρόρμηση, να κατρακυλήσεις στους καυτούς αμμόλοφους. Ο κυνισμός σου εξατμίζεται σαν νερό κάτω από τον ήλιο της ερήμου.
Κι όταν η ζέστη σε εξαντλεί, αναζητάς τη γαλήνη στις μυστικές δροσερές οάσεις. Κι ούτε που έχει πια σημασία αν είναι πραγματικές ή αντικατοπτρισμοί: σε αυτόν τον πλανήτη, τα πάντα είναι αληθινά, αρκεί να τα πιστεύουμε.
Subscribe to:
Posts (Atom)