Όλα ξεκίνησαν με ένα τριαντάφυλλο στο χρώμα της ειρωνείας.
Εκ των υστέρων, σκέφτομαι πως θα ήταν καλύτερο να το είχα αποξηράνει, διατηρώντας έτσι την αποστεγνωμένη ανάμνηση του στον αιώνα τον άπαντα, αντί να αλλάζω τρυφερά το νερό μέρα παρά μέρα, απλώς παρατείνοντας το μαρτύριο.
Στο τέλος, αναπόφευκτα, αναγκάστηκα να μαζέψω ένα ένα τα πεσμένα ροδοπέταλα, που έκανα πως δεν έβλεπα, και να τα πετάξω με συνοπτικές διαδικασίες στα σκουπίδια.
Έτσι κι αλλιώς, ο θάνατος του ήταν προδιαγεγραμμένος πριν καν φτάσει στο κατώφλι μου, συνοδευόμενο από το αρμόζον πλάγιο χαμόγελο. Ως σύμβολα του έρωτα, τα λουλούδια είναι πράγματι ιδανικά.
Τώρα, στη θέση του βάζου περιφέρεται μια φράση του Ντουρρούτι. Νομίζω πως προτιμώ τη νέα διαρρύθμιση, προτιμώ να ανήκω στη γενιά των απομνημονευμένων αποφθεγμάτων και της συναισθηματικής ανεπάρκειας, παρά σε αυτή των προμελετημένων θεατρικών χειρονομιών.
Συνέχεια περιμένω να μου πεις, κουράστηκα με τα ρομαντικά στιχάκια σου και τις ωδές στην αυτολύπηση. Κάτω απ' την άσφαλτο το χώμα ήδη φλέγεται, ας λατρέψουμε πάλι απ' την αρχή τους καυτούς δρόμους, ουρλιάζοντας με οργισμένη έκσταση.
Ακόμα σωπαίνεις- άραγε γιατί θεωρούμε δεδομένο πως η σιωπή γίνεται αισθητή με την ακοή; μοιραίο λάθος, τη σιωπή την αντιλαμβάνεσαι με όλες τις αισθήσεις-, μα εγώ θα περιμένω.
Κι όταν έρθεις ξανά στην πόρτα μου, δεν θέλω ανθοδέσμες, όχι άλλα δολοφονημένα τριαντάφυλλα, να φέρεις μόνο τα κουτιά με τις μπογιές σου. Θέλω να χρωματίσουμε μαζί τον κόσμο έξω από το παράθυρο μου.
Wednesday, 27 November 2013
Thursday, 21 November 2013
Τον τελευταίο καιρό συνέχεια χάνω τον εαυτό μου. Τον συναντάω τυχαία στον ηλεκτρικό, να χαζεύει έξω από το παράθυρο. Σε πολιτικές συζητήσεις, να αγορεύει με πάθος, αλλά χωρίς ιδιαίτερη πεποίθηση.
Τον παρατηρώ, όταν νομίζει πως δεν τον βλέπουν, να νιαουρίζει στις γάτες, να χαμογελάει στα σκυλιά ή να απομακρύνει από το πεζοδρόμιο τα σαλιγκάρια πριν τα πατήσει κάποιος αδιάφορος περαστικός.
Οι πράξεις του μου είναι συχνά ακατάληπτες, οι σκέψεις του μου διαφεύγουν, όμως καμιά φορά μοιραζόμαστε το ίδιο όνειρο, όπως προχθές, σε ένα ειδυλλιακό νησί των τροπικών σαν αυτά, που στόλιζαν παλιά τις βιτρίνες των τουριστικών πρακτορείων.
Περπατούσαμε στην άμμο μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε πως τα καταγάλανα νερά είχαν αρχίσει να στερεοποιοιούνται- δεν ήταν παγωμένα, μόνο ακίνητα, και η ακινησία επεκτεινόταν απειλητικά γύρω μας.
Τρομαγμένοι, απομακρυνθήκαμε από την ακτή. Ανάμεσα στα δέντρα ανακαλύψαμε τα αγάλματα- μια οικογένεια ιθαγενών με γυάλινα μάτια, πετρωμένη σε μια συνηθισμένη στιγμή καθημερινότητας.
Θύμιζαν τις μουμοιοποιημένες μορφές της Πομπηίας, μόνο που τα χαρακτηριστικά τους είχαν διατηρηθεί άθικτα και ίχνη λάβας δεν διακρίνονταν πουθενά.
Τότε αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι είχε συμβεί: Σε αυτόν τον μικρό παράδεισο, ο χρόνος είχε σταματήσει, οι κάτοικοι του είχαν περάσει στη σφαίρα της αιωνιότητας, μόνο που η περιβόητη αθανασία έμοιαζε πολύ με το θάνατο. Για την ακρίβεια, ήταν θάνατος- ένας σιωπηλός, αμετάκλητος θάνατος, σαν όλους τους θανάτους.
Το πρωί πήραμε πάλι ο καθένας το δρόμο του, κουβαλώντας μέσα μας, βαριά, τη γνώση: Στην χώρα της αθανασίας, όλοι οι άνθρωποι έχουν πεθάνει προ πολλού.
Τον παρατηρώ, όταν νομίζει πως δεν τον βλέπουν, να νιαουρίζει στις γάτες, να χαμογελάει στα σκυλιά ή να απομακρύνει από το πεζοδρόμιο τα σαλιγκάρια πριν τα πατήσει κάποιος αδιάφορος περαστικός.
Οι πράξεις του μου είναι συχνά ακατάληπτες, οι σκέψεις του μου διαφεύγουν, όμως καμιά φορά μοιραζόμαστε το ίδιο όνειρο, όπως προχθές, σε ένα ειδυλλιακό νησί των τροπικών σαν αυτά, που στόλιζαν παλιά τις βιτρίνες των τουριστικών πρακτορείων.
Περπατούσαμε στην άμμο μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε πως τα καταγάλανα νερά είχαν αρχίσει να στερεοποιοιούνται- δεν ήταν παγωμένα, μόνο ακίνητα, και η ακινησία επεκτεινόταν απειλητικά γύρω μας.
Τρομαγμένοι, απομακρυνθήκαμε από την ακτή. Ανάμεσα στα δέντρα ανακαλύψαμε τα αγάλματα- μια οικογένεια ιθαγενών με γυάλινα μάτια, πετρωμένη σε μια συνηθισμένη στιγμή καθημερινότητας.
Θύμιζαν τις μουμοιοποιημένες μορφές της Πομπηίας, μόνο που τα χαρακτηριστικά τους είχαν διατηρηθεί άθικτα και ίχνη λάβας δεν διακρίνονταν πουθενά.
Τότε αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι είχε συμβεί: Σε αυτόν τον μικρό παράδεισο, ο χρόνος είχε σταματήσει, οι κάτοικοι του είχαν περάσει στη σφαίρα της αιωνιότητας, μόνο που η περιβόητη αθανασία έμοιαζε πολύ με το θάνατο. Για την ακρίβεια, ήταν θάνατος- ένας σιωπηλός, αμετάκλητος θάνατος, σαν όλους τους θανάτους.
Το πρωί πήραμε πάλι ο καθένας το δρόμο του, κουβαλώντας μέσα μας, βαριά, τη γνώση: Στην χώρα της αθανασίας, όλοι οι άνθρωποι έχουν πεθάνει προ πολλού.
Sunday, 17 November 2013
Διαίσθηση (ή Yστερόγραφο μιας περαστικής οδοντόβουρτσας)
Ξαπλωμένη δεξιά απ' το νιπτήρα
σε ασφαλή απόσταση απ' το φιλόξενο πλαστικό ποτηράκι
από διακριτικότητα ή δισταγμό
ή- μάλλον- για να θυμίζει πως η παρουσία της ήταν προσωρινή.
Το πρόσωπο κρυμμένο πίσω απ' το αδιαφανές καπάκι της
από αιδημοσύνη ή ανασφάλεια
ή- μάλλον- σαν κάποιος που στέκει δίπλα στην εξώπορτα
πάντα φορώντας το καπέλο του
έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποχωρήσει.
Όπως και έγινε, ένα καθ' όλα συνηθισμένο πρωινό,
χωρίς αναγγελίες ή εξηγήσεις,
τόσο αθόρυβα, που η απουσία της έγινε αντιληπτή ώρες αργότερα.
Παράξενο. Γιατί καταλάμβανε αρκετό χώρο
έτσι γερμένη στο πλάι, διαγώνια στον κάτασπρο πάγκο
δεξιά απ' το νιπτήρα- απ' την πλευρά της πόρτας-,
με ανεξιχνίαστες προθέσεις και το σκληρό της προσωπείο.
Ναι, τελικά πρέπει να καταλάμβανε πολύ χώρο,
γιατί στο κενό που άφησε πίσω της
βυθίζονται ακόμα οι σκέψεις μου
πρωί μεσημέρι βράδυ.
σε ασφαλή απόσταση απ' το φιλόξενο πλαστικό ποτηράκι
από διακριτικότητα ή δισταγμό
ή- μάλλον- για να θυμίζει πως η παρουσία της ήταν προσωρινή.
Το πρόσωπο κρυμμένο πίσω απ' το αδιαφανές καπάκι της
από αιδημοσύνη ή ανασφάλεια
ή- μάλλον- σαν κάποιος που στέκει δίπλα στην εξώπορτα
πάντα φορώντας το καπέλο του
έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποχωρήσει.
Όπως και έγινε, ένα καθ' όλα συνηθισμένο πρωινό,
χωρίς αναγγελίες ή εξηγήσεις,
τόσο αθόρυβα, που η απουσία της έγινε αντιληπτή ώρες αργότερα.
Παράξενο. Γιατί καταλάμβανε αρκετό χώρο
έτσι γερμένη στο πλάι, διαγώνια στον κάτασπρο πάγκο
δεξιά απ' το νιπτήρα- απ' την πλευρά της πόρτας-,
με ανεξιχνίαστες προθέσεις και το σκληρό της προσωπείο.
Ναι, τελικά πρέπει να καταλάμβανε πολύ χώρο,
γιατί στο κενό που άφησε πίσω της
βυθίζονται ακόμα οι σκέψεις μου
πρωί μεσημέρι βράδυ.
Thursday, 14 November 2013
Δρομολόγιο Νο. 4118
Προσχέδιο δοκιμίου για την ημιτελή εξοικείωση.
Στην αποβάθρα το ρολόι σταματημένο στις 8 και 10.
Κλέβω ενθάρρυνση απ’ το τηλεφώνημα μιας άγνωστης.
Δε βρίσκω στιλό και η έμπνευση χάνεται.
Μετά πάλι θα αναρωτιέσαι τι εννοώ κι εγώ θα 'χω ξεχάσει.
Στην αποβάθρα το ρολόι σταματημένο στις 8 και 10.
Κλέβω ενθάρρυνση απ’ το τηλεφώνημα μιας άγνωστης.
Δε βρίσκω στιλό και η έμπνευση χάνεται.
Μετά πάλι θα αναρωτιέσαι τι εννοώ κι εγώ θα 'χω ξεχάσει.
Sunday, 10 November 2013
Διάσπαση
Ως άξιος εκπρόσωπος της γενιάς μου έχω από καιρό πάψει να ονειρεύομαι. Εξακολουθώ όμως να θρυμματίζομαι σαν τις βιοδιασπώμενες πλαστικές σακούλες, σαν τα ποτήρια που χρησιμοποιούν στα μπαρ- ακόμα κι όταν σπάνε είναι επικίνδυνα μόνο για τον εαυτό τους-, λόγω υπερβολικής έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία της ελπίδας.
Στις μέρες μας, είναι δύσκολο να βρεις αυθεντικά σύμβολα, έχει πλημμυρίσει η μαύρη αγορά με απομιμήσεις. Έχω κουραστεί κι εγώ να ερμηνεύω- σημαίνει σου λέω, κι εννοώ συμβαίνει. Τόσα χρόνια χορτάσαμε σημάδια, τώρα θα πουλούσαμε και την ψυχή μας για ένα απτό αδιαμφισβήτητο συμβάν.
Νυχτώνει νωρίς πια. Παρηγοριέμαι υφαίνοντας χίμαιρες ή λουφάζω κάτω απ΄το πάπλωμα της μνήμης. Δεν πλαστήκαμε εμείς για βεβαιότητες, ξέρεις...
Στις μέρες μας, είναι δύσκολο να βρεις αυθεντικά σύμβολα, έχει πλημμυρίσει η μαύρη αγορά με απομιμήσεις. Έχω κουραστεί κι εγώ να ερμηνεύω- σημαίνει σου λέω, κι εννοώ συμβαίνει. Τόσα χρόνια χορτάσαμε σημάδια, τώρα θα πουλούσαμε και την ψυχή μας για ένα απτό αδιαμφισβήτητο συμβάν.
Νυχτώνει νωρίς πια. Παρηγοριέμαι υφαίνοντας χίμαιρες ή λουφάζω κάτω απ΄το πάπλωμα της μνήμης. Δεν πλαστήκαμε εμείς για βεβαιότητες, ξέρεις...
Wednesday, 6 November 2013
Tη νύχτα σε ξυπνούν οι αστραπές. Φθινόπωρο. Το πρωί βγαίνεις έξω και περπατάς στη βροχή τραγουδώντας δυνατά. Όταν ο νοτιάς απειλεί να διαλύσει την ομπρέλα σου, την κλείνεις και τσαλαβουτάς στις λακούβες χαμογελώντας απτόητος.
Ύστερα, νιώθεις ξαφνικά το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου να υποχωρεί. Αρκεί μια μικρή ανατροπή, μια απρόσμενη απογοήτευση, ένα μήνυμα από το κοντινό υπερπέραν για να σε βυθίσει στο γνώριμο σκοτάδι της αυτολύπησης.
Αδύναμο ανθρωπάκι, πάλι θεμελίωσες την ευτυχία σου πάνω στις κρυπτογραφημένες προθέσεις των αναποφάσιστων περαστικών, ψιθυρίζεις στον εαυτό σου καθώς αποπειράσαι να αρπαχτείς από έναν αντιπερισπασμό, ένα άλλοθι, μια κάποια προσομοίωση λήθης.
Στο τέλος, αρχίζεις ξανά να θυμάσαι. Εσύ δεν ήσουν που διακήρυσσες τη σημασία της έκθεσης στα συναισθήματα, που ορκιζόσουν πως αδιαφορούσες για τις στρατηγικές διατήρησης του ελέγχου;
Εσύ δεν ήθελες να στέκεσαι απροστάτευτος κάτω από τον ήλιο και το χαλάζι, να σε αγγίζουν οι πιο αδιόρατες πτώσεις βαρομετρικού, αντί να υψώνεσαι σαν απρόσιτο παγόβουνο μέσα σε μια ερημική θάλασσα ψυχραιμίας;
Εσύ δε λαχταρούσες να βιώνεις τη θλίψη, την απόγνωση, το θυμό, τον ενθουσιασμό, την ευφορία, τον πόνο, την τρέλα σαν τη μία και μοναδική αλήθεια;
Τώρα γιατί δειλιάζεις μπροστά στο Άγνωστο- το ανεξέλεγκτο, αδηφάγο, υπέροχο Άγνωστο, που νοσταλγούσες;
Ύστερα, νιώθεις ξαφνικά το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου να υποχωρεί. Αρκεί μια μικρή ανατροπή, μια απρόσμενη απογοήτευση, ένα μήνυμα από το κοντινό υπερπέραν για να σε βυθίσει στο γνώριμο σκοτάδι της αυτολύπησης.
Αδύναμο ανθρωπάκι, πάλι θεμελίωσες την ευτυχία σου πάνω στις κρυπτογραφημένες προθέσεις των αναποφάσιστων περαστικών, ψιθυρίζεις στον εαυτό σου καθώς αποπειράσαι να αρπαχτείς από έναν αντιπερισπασμό, ένα άλλοθι, μια κάποια προσομοίωση λήθης.
Στο τέλος, αρχίζεις ξανά να θυμάσαι. Εσύ δεν ήσουν που διακήρυσσες τη σημασία της έκθεσης στα συναισθήματα, που ορκιζόσουν πως αδιαφορούσες για τις στρατηγικές διατήρησης του ελέγχου;
Εσύ δεν ήθελες να στέκεσαι απροστάτευτος κάτω από τον ήλιο και το χαλάζι, να σε αγγίζουν οι πιο αδιόρατες πτώσεις βαρομετρικού, αντί να υψώνεσαι σαν απρόσιτο παγόβουνο μέσα σε μια ερημική θάλασσα ψυχραιμίας;
Εσύ δε λαχταρούσες να βιώνεις τη θλίψη, την απόγνωση, το θυμό, τον ενθουσιασμό, την ευφορία, τον πόνο, την τρέλα σαν τη μία και μοναδική αλήθεια;
Τώρα γιατί δειλιάζεις μπροστά στο Άγνωστο- το ανεξέλεγκτο, αδηφάγο, υπέροχο Άγνωστο, που νοσταλγούσες;
Monday, 4 November 2013
Θα έπρεπε να υπάρχει ένα όνομα για την υπαρξιακή αγωνία των δευτεριάτικων πρωινών. Είναι ένα συναίσθημα στο χρώμα του χάους- μαύρο του σκότους με αραχνοειδείς μωβ ανταύγειες. Έχει γεύση μετάλλου, που υποχωρεί μόνο μετά το τρίτο φλυτζάνι καφέ, και την υφή της μοναξιάς.
Αναζητώ καταφύγιο σε διάφανες φυσαλίδες ρουτίνας, σε μικρές ιεροτελεστίες, στη μουσική, τα βιβλία και τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας. Κάπως έτσι επιβιώνω ως το βράδυ. Τότε μπορώ να αρχίσω πάλι να ζω τροφοδοτούμενη από την προσδοκία της παρασκευής.
Είναι μια υποφερτή πραγματικότητα, μόνο που ώρες ώρες νιώθω πως οι μέρες γλιστρούν μέσα απ' τα δάχτυλα μου. Το παρόν μονίμως μου διαφεύγει, προχωρώ είτε με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω, είτε μισοκλείνοντας τα μάτια μήπως και καταφέρω να διακρίνω τι παραμονεύει μετά την επόμενη στροφή.
Θα ήθελα να σου μιλούσα για όλα αυτά, ξέρεις, όμως δεν έχεις ακόμα αποκτήσει υπόσταση στη φαντασία μου. Καταδιώκομαι από τα αναπάντητα ερωτήματα, που μου επιστρέφει κάθε πρωί ο ταχυδρόμος- άγνωστος πραλήπτης, διαβάζω στο φάκελο, και σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα έτσι.
Γιατί να λαχταράμε τη λεκτική επιβεβαίωση, όταν οι πράξεις στέλνουν πιο ηχηρά μυνήματα; Πηγα λοιπόν να αγοράσω ένα λεξικό πράξεων. Ποιάς σχολής θέλετε, με ρώτησαν, γιατί οι ειδικοί δεν έχουν μέχρι στιγμής καταλήξει σε ένα ενιαίο σύστημα αποκωδικοποίησης.
Εναλλακτικά, μου πρότειναν να προμηθευτώ ένα υπερσύγχρονο ερμηνευτικό μικροσκόπιο. Εχω, τους είπα, αλλά υποψιάζομαι πως η επιθυμία θολώνει το κρύσταλλο: με το αριστερό μάτι βλέπω πάντα αυτό που θέλω να δω, με το δεξί αυτό που φοβάμαι...
Αναζητώ καταφύγιο σε διάφανες φυσαλίδες ρουτίνας, σε μικρές ιεροτελεστίες, στη μουσική, τα βιβλία και τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας. Κάπως έτσι επιβιώνω ως το βράδυ. Τότε μπορώ να αρχίσω πάλι να ζω τροφοδοτούμενη από την προσδοκία της παρασκευής.
Είναι μια υποφερτή πραγματικότητα, μόνο που ώρες ώρες νιώθω πως οι μέρες γλιστρούν μέσα απ' τα δάχτυλα μου. Το παρόν μονίμως μου διαφεύγει, προχωρώ είτε με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω, είτε μισοκλείνοντας τα μάτια μήπως και καταφέρω να διακρίνω τι παραμονεύει μετά την επόμενη στροφή.
Θα ήθελα να σου μιλούσα για όλα αυτά, ξέρεις, όμως δεν έχεις ακόμα αποκτήσει υπόσταση στη φαντασία μου. Καταδιώκομαι από τα αναπάντητα ερωτήματα, που μου επιστρέφει κάθε πρωί ο ταχυδρόμος- άγνωστος πραλήπτης, διαβάζω στο φάκελο, και σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα έτσι.
Γιατί να λαχταράμε τη λεκτική επιβεβαίωση, όταν οι πράξεις στέλνουν πιο ηχηρά μυνήματα; Πηγα λοιπόν να αγοράσω ένα λεξικό πράξεων. Ποιάς σχολής θέλετε, με ρώτησαν, γιατί οι ειδικοί δεν έχουν μέχρι στιγμής καταλήξει σε ένα ενιαίο σύστημα αποκωδικοποίησης.
Εναλλακτικά, μου πρότειναν να προμηθευτώ ένα υπερσύγχρονο ερμηνευτικό μικροσκόπιο. Εχω, τους είπα, αλλά υποψιάζομαι πως η επιθυμία θολώνει το κρύσταλλο: με το αριστερό μάτι βλέπω πάντα αυτό που θέλω να δω, με το δεξί αυτό που φοβάμαι...
Saturday, 26 October 2013
Όταν η σιωπή παύει να μας προσφέρει καταφύγιο, αναζητάμε διέξοδο στις λέξεις. Είναι μια λύση ανάγκης, όμως οι λέξεις μπορούν πράγματι να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ενός προστατευτικού τείχους ανάμεσα στον έξω κόσμο και τον εύθραυστο εσωτερικό πυρήνα- ένα τείχος αρκετά αποτελεσματικό, αν και κάπως φλύαρο.
Οι λέξεις. Ναι, οι αδύναμες, φθαρμένες μας λέξεις. Ύστατες απόπειρες επαφής, όταν τα μέσα ουσιαστικής επικοινωνίας αποτυγχάνουν. Οριοθετούν χωρίς να περιγράφουν. Υποδηλώνουν χωρίς να αποκαλύπτουν. Ερμηνεύουν και ερμηνεύονται αέναα.
Λέξεις που μας ανακουφίζουν ή μας ρίχνουν στην άβυσσο. Στα κενά ανάμεσα τους, ο κάθε συνομιλητής διακρίνει μόνο τις δικες του αλήθειες. Βολική ή άβολη αλήθεια, αλήθεια της γαλήνης ή τις φωτιάς.
Διψάμε για λέξεις, όπως η έρημος διψάει για βροχή, ενώ στο βάθος γνωρίζει πως μια πλημμύρα θα κατέστρεφε οριστικά το εύθραυστο οικοσύστημα της, την απόκοσμη ομορφιά των άνυδρων τοπίων της, την ίδια της την ερημική φύση.
Οι λέξεις. Ναι, οι αδύναμες, φθαρμένες μας λέξεις. Ύστατες απόπειρες επαφής, όταν τα μέσα ουσιαστικής επικοινωνίας αποτυγχάνουν. Οριοθετούν χωρίς να περιγράφουν. Υποδηλώνουν χωρίς να αποκαλύπτουν. Ερμηνεύουν και ερμηνεύονται αέναα.
Λέξεις που μας ανακουφίζουν ή μας ρίχνουν στην άβυσσο. Στα κενά ανάμεσα τους, ο κάθε συνομιλητής διακρίνει μόνο τις δικες του αλήθειες. Βολική ή άβολη αλήθεια, αλήθεια της γαλήνης ή τις φωτιάς.
Διψάμε για λέξεις, όπως η έρημος διψάει για βροχή, ενώ στο βάθος γνωρίζει πως μια πλημμύρα θα κατέστρεφε οριστικά το εύθραυστο οικοσύστημα της, την απόκοσμη ομορφιά των άνυδρων τοπίων της, την ίδια της την ερημική φύση.
Saturday, 19 October 2013
Αντλιοστάσιο
Τετριμμένες εικόνες- σύννεφα στα χρώματα της δύσης, η αντανάκλαση της πανσελήνου στη θάλασσα- σε κομματιάζουν με την απρόσιτη ομορφιά τους. Ακούς μέσα σου κάτι να σπάει. Αναρωτιέσαι αν έχει διασωθεί κάποιο ξεχασμένο υπόλειμμα καρδιάς.
Είναι δυνατόν; Δεν είχε γίνει σκόνη την εποχή των παγετώνων; Δεν είχε λιώσει από τη λάβα των δακρύων; Δεν είχε ανατιναχθεί από έρωτα και τρόμο όταν ακόμα πίστευες στα παραμύθια;
Δεν είχε γλιστρήσει από το χέρι σου στον υπόνομο όταν προσπάθησες να την προσφέρεις σε έναν άγνωστο με σφιγμένα χείλη;- Όχι. Όχι ευχαριστώ, είχε απαντήσει, ευγενικά κι αμείλικτα.
Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: Ποιά η χρησιμότητα μιας καρδιάς στις μέρες μας; Δεν μπορείς να τη μετατρέψεις σε ράβδους χρυσού, ούτε να την ανταλλάξεις με ένα απαστράπτον γρήγορο αυτοκίνητο.
Κανένας δεν θέλει να τη φορτωθεί- η αποδοχή μίας καρδιάς ισοδυναμεί με μία σιωπηλή δέσμευση, μιά υπόσχεση ανταλλάγματος, μιά αόρατη θηλιά στο λαιμό σου.
Η επιστήμη, εξάλλου, έχει προ πολλού αποδείξει πως δεν πρόκειται παρά για μια σάρκινη αντλία αίματος. Ως τέτοια, τα καταφέρνει αρκετά καλά στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Κι ο πόνος; Ο πόνος, φτωχέ συνοδοιπόρε με τις παρωχημένες αντιλήψεις, είναι απλούστατα μια από τις ταινίες, που λατρεύει να προβάλλει στο εσωτερικό των βλεφάρων σου αυτός ο άθλιος σαμποτέρ, ο εγκέφαλος.
Είναι δυνατόν; Δεν είχε γίνει σκόνη την εποχή των παγετώνων; Δεν είχε λιώσει από τη λάβα των δακρύων; Δεν είχε ανατιναχθεί από έρωτα και τρόμο όταν ακόμα πίστευες στα παραμύθια;
Δεν είχε γλιστρήσει από το χέρι σου στον υπόνομο όταν προσπάθησες να την προσφέρεις σε έναν άγνωστο με σφιγμένα χείλη;- Όχι. Όχι ευχαριστώ, είχε απαντήσει, ευγενικά κι αμείλικτα.
Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: Ποιά η χρησιμότητα μιας καρδιάς στις μέρες μας; Δεν μπορείς να τη μετατρέψεις σε ράβδους χρυσού, ούτε να την ανταλλάξεις με ένα απαστράπτον γρήγορο αυτοκίνητο.
Κανένας δεν θέλει να τη φορτωθεί- η αποδοχή μίας καρδιάς ισοδυναμεί με μία σιωπηλή δέσμευση, μιά υπόσχεση ανταλλάγματος, μιά αόρατη θηλιά στο λαιμό σου.
Η επιστήμη, εξάλλου, έχει προ πολλού αποδείξει πως δεν πρόκειται παρά για μια σάρκινη αντλία αίματος. Ως τέτοια, τα καταφέρνει αρκετά καλά στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Κι ο πόνος; Ο πόνος, φτωχέ συνοδοιπόρε με τις παρωχημένες αντιλήψεις, είναι απλούστατα μια από τις ταινίες, που λατρεύει να προβάλλει στο εσωτερικό των βλεφάρων σου αυτός ο άθλιος σαμποτέρ, ο εγκέφαλος.
Saturday, 12 October 2013
Πότε ένας άνθρωπος γίνεται σύμβολο; Και πότε ένα σύμβολο ξαναγίνεται άνθρωπος; Μας στοιχειώνουν τα ζωντανά περιφερόμενα σύμβολα όσων δεν θα μπορέσουμε να αγγίξουμε ποτέ. Αναζητάμε διεξόδους σε ερειπωμένες πεζογέφυρες πάνω από την εθνική οδό.
Σκέψεις που μας τρομάζουν, τρόμοι που μας δίνουν έναυσμα για σκέψη- αντιφάσεις που αντιστρέφονται και αντιστροφές που αντιφάσκουν. Εναντιωνόμαστε σε έναν ρηχό κόσμο χωρίς αντιθέσεις.
Μην πιστέψεις πως έχεις τη μία και μοναδική απάντηση. Όλοι βλέπουν διαφορετικά χρώματα και ακούν διαφορετικές σιωπές. Αν υπάρχει ανθρώπινη φυσή, σίγουρα αποτελείται κατά τρία τέταρτα από ανεκπλήρωτους πόθους και κατά ένα τέταρτο από βία.
Οι ήχοι που κυριαρχούν στην ιστορία ανθρωπότητας: το κλάμμα ενός νεογέννητου, το γέλιο ενός είρωνα, εκατομμύρια κραυγές πολέμου. Υμνούμε τη γαλήνη ακριβώς επειδή λαχταράμε ότι μας διαφεύγει.
Τη νύχτα αγωνιάς σιωπηλά. Ο χρόνος διαστέλλεται. Ενας καυτός άνεμος σαρώνει τα μολυσμένα θραύσματα της ελπίδας: Νοτιοεμμονικός. Η αναμονή είναι ο χειρότερος οιωνός για σένα, που ξέρεις πια να διαβάζεις τα σημάδια- ή νομίζεις πως ξέρεις.
Άραγε σε ποια φράση θα σε διακόψει η άφιξη του ονείρου; Ή μάλλον όχι, η άφιξη της συντριβής του ονείρου, το πεπρωμένο το ίδιο. Ποιό πικρό τέλος σε δελεάζει πιο πολύ;
Προδιαγράφεις εξαρχής την απογοήτευση. Αυτός είναι, γνωρίζεις βαθιά μέσα σου, ο τρόπος σου για να ξορκίσεις μια πιθανή επανάληψη του παρελθόντος. Ο χρόνος διαστέλλεται, η αναμονή γίνεται σχεδόν σωματική.
Σκέψεις που μας τρομάζουν, τρόμοι που μας δίνουν έναυσμα για σκέψη- αντιφάσεις που αντιστρέφονται και αντιστροφές που αντιφάσκουν. Εναντιωνόμαστε σε έναν ρηχό κόσμο χωρίς αντιθέσεις.
Μην πιστέψεις πως έχεις τη μία και μοναδική απάντηση. Όλοι βλέπουν διαφορετικά χρώματα και ακούν διαφορετικές σιωπές. Αν υπάρχει ανθρώπινη φυσή, σίγουρα αποτελείται κατά τρία τέταρτα από ανεκπλήρωτους πόθους και κατά ένα τέταρτο από βία.
Οι ήχοι που κυριαρχούν στην ιστορία ανθρωπότητας: το κλάμμα ενός νεογέννητου, το γέλιο ενός είρωνα, εκατομμύρια κραυγές πολέμου. Υμνούμε τη γαλήνη ακριβώς επειδή λαχταράμε ότι μας διαφεύγει.
Τη νύχτα αγωνιάς σιωπηλά. Ο χρόνος διαστέλλεται. Ενας καυτός άνεμος σαρώνει τα μολυσμένα θραύσματα της ελπίδας: Νοτιοεμμονικός. Η αναμονή είναι ο χειρότερος οιωνός για σένα, που ξέρεις πια να διαβάζεις τα σημάδια- ή νομίζεις πως ξέρεις.
Άραγε σε ποια φράση θα σε διακόψει η άφιξη του ονείρου; Ή μάλλον όχι, η άφιξη της συντριβής του ονείρου, το πεπρωμένο το ίδιο. Ποιό πικρό τέλος σε δελεάζει πιο πολύ;
Προδιαγράφεις εξαρχής την απογοήτευση. Αυτός είναι, γνωρίζεις βαθιά μέσα σου, ο τρόπος σου για να ξορκίσεις μια πιθανή επανάληψη του παρελθόντος. Ο χρόνος διαστέλλεται, η αναμονή γίνεται σχεδόν σωματική.
Sunday, 6 October 2013
Εσύ, που ήσουν εδώ απ' την αρχή της ιστορίας, κι εγώ, ο μόνος σύντροφος σου ως το τέλος, καταλάβαμε πως είχαμε πια μεγαλώσει όταν αρχίσαμε να προσφέρουμε τρυφερά λόγια παρηγοριάς σ' όσους μας πλήγωναν, πριν μας εγκαταλείψουν στην άκρη του δρόμου.
Κι εκείνοι ακόμα που προδώσαμε, που δεν μπορούσαν ούτε τ' όνομα μας να προφέρουν χωρίς να μας μισήσουν, τώρα σιγά σιγά ξεχνάνε.
Να μη φοβάσαι τίποτα. Εμείς θα 'μαστε αυτό που ήμασταν πάντα- ένας καθρέφτης κι η φτηνή αντανάκλαση του στο άδειο δωμάτιο, ξένοι μέσα στους ξένους.
Κι εκείνοι ακόμα που προδώσαμε, που δεν μπορούσαν ούτε τ' όνομα μας να προφέρουν χωρίς να μας μισήσουν, τώρα σιγά σιγά ξεχνάνε.
Να μη φοβάσαι τίποτα. Εμείς θα 'μαστε αυτό που ήμασταν πάντα- ένας καθρέφτης κι η φτηνή αντανάκλαση του στο άδειο δωμάτιο, ξένοι μέσα στους ξένους.
Subscribe to:
Posts (Atom)