Tuesday, 31 December 2013

Ρουα ματ

Κάπως αργά ανακάλυψα ότι ο κόσμος σου ήταν χωρισμένος σε μαύρα και άσπρα τετράγωνα. Η παρτίδα είχε ξεκινήσει προ πολλού. Σχεδίαζες στρατηγικά τις κινήσεις σου, γνώριζες εκ των προτέρων κάθε πιθανή έκβαση. Ο έλεγχος ήταν απόλυτος, το τέλος προδιαγεγραμμένο.

Τα αυθόρμητα ξεσπάσματα μου ελάχιστα χρησίμευαν απέναντι στην αδυσώπητη ψυχραιμία σου. Μάταια έθαβα νάρκες συναισθήματος κάτω από τις λευκές πλάκες- το άλογο σου τις υπερπηδούσε με χάρη, ενώ το δικό μου προσγειωνόταν απρόσεχτα πάνω τους.

Θυσίαζα τη βασίλισσα μου για να σώσω ένα αθώο πιόνι- δεν του άξιζε ένας τόσο πρόωρος θάνατος-, κι εσύ την απομάκρυνες από το πεδίο της μάχης χωρίς δισταγμό, χωρίς καν να αναρωτηθείς γιατί.

Δεν απόρησες ούτε όταν άφησα το βασιλιά μου απροστάτευτο- λαχταρούσα να τον πλησιάσεις, μπροστά στις στρατιές σου δεν ένιωθα φόβο, μόνο ανατρίχιαζα από ανυπομονησία στη σκέψη της μοιραίας επαφής. 


Δέχτηκες τη νίκη σου ήρεμα, χωρίς ίχνος έπαρσης, σαν κάτι το αναπόφευκτο. Φεύγοντας, μου χάρισες ένα απροσδόκητο δώρο: Τώρα πια είμαι άτρωτη. Η σκιά της απουσίας σου βυθίζει όλες τις άλλες απώλειες στο σκοτάδι.

Friday, 27 December 2013

Στους σιωπηλούς χριστουγεννιάτικους δρόμους της πόλης τεντώνονται αγουροξυπνημένα τα ανεκπλήρωτα. Οι σκέψεις αμοιβαιότητας φωλιάζουν στα τηλεπαθητικά αδιέξοδα.

Οι άνθρωποι ερωτεύονται ο ένας τον άλλο με την παραφορά, που γεννά η επίγνωση του θανάτου. Προδίδουν με την τρυφερή εγκατάλειψη της ματαιότητας.

Στους εφιάλτες τους, οι κλεψύδρες ουρλιάζουν σαν φοβικοί ραγισμένοι καθρέφτες. Γλυκιά ειρωνεία, να πεθαίνεις αθόρυβα από έκσταση και φρίκη στην αυγή μιας καινούριας χιλιοπαιγμένης εποχής...

Monday, 23 December 2013

Με τα χρόνια καταλάβαμε πως η χειρότερη επίθεση είναι η άμυνα. Φθείρει ανεπανόρθωτα ό,τι αγγίζει και κυρίως εκείνον, που οχυρώνεται για να προστατευτεί από όσους επιχειρούν να τον προσεγγίσουν, χωρίς ποτέ να μαθαίνει αν οι προθέσεις τους ήταν όντως εχθρικές.

Καθώς παρακολουθούσες τη μεγάλη παράσταση του ηλιοβασιλέματος, ένα όνειρο ξέφυγε από το χέρι σου, πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε στον ορίζοντα σαν τα μπαλόνια, που ικετεύαμε να μας αγοράσουν όταν ήμασταν παιδιά, αρνούμενοι να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος.

Η χειρότερη άμυνα: Να κρατάς πολύ σφιχτά στο χέρι σου το μικρό σου θησαυρό, μέχρι που η κούραση σε αναγκάζει να χαλαρώσεις για μια στιγμή τα δάχτυλα σου και το πολύτιμο νήμα γλιστρά απαλά μέσα από την ιδρωμένη παλάμη σου με κατεύθυνση το άπειρο- μια ανεπαίσθητη κουκκίδα στον ουρανό κι ύστερα τίποτα.

Μια νύχτα ονειρεύτηκες πως η αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα οδηγούσε στο νησί, όπου προσγειώνονται τα χαμένα μπαλόνια όλου του κόσμου.

Friday, 20 December 2013

Κάτι από παλιά...

Για μας, που δε μπορούμε να ζήσουμε χωρίς έρωτα και χωρίς ποίηση,
για μας, η σιωπή ραγίζει εκεί που αρχίζει να επιβάλλεται.
Το σκοτάδι γελάει παιχνιδιάρικα στους πιο φριχτούς μας εφιάλτες.
Για μας, αμέτρητες εποχές γλίστρησαν
μέσα απ’ τα δάχτυλα μιας μέρας,
χίλιες ζωές σκόρπισαν τις στάχτες τους
στις γκρίζες στέπες της προσδοκίας.

Οι λύκοι δε μένουν πια εδώ, ούτε τ’ αγρίμια δε ζυγώνουνε.
Μοχθηρά οι πόλεις γιγαντώνονται
γύρω απ’ τα πάρκα των στοχασμών μας.
Με τον καιρό 'λιώσαν οι φτέρνες μας
στα καλντερίμια της ελπίδας,
ενώ εκείνο που μας έταξαν θα 'ναι για πάντα μακρινό.

Κι όμως, για μας, που δεν αντέχουμε χωρίς φωτιά και χωρίς δάκρυα,
για μας που αργοπεθαίνουμε χωρίς κρασί και χωρίς θλίψη,
η νύχτα μαζεύει το αβάσταχτο πέπλο της πριν μας μαγέψει,
ο ήλιος, βουβός, μας στεγνώνει τα βλέφαρα μετά τις καταιγίδες.

Για μας που αναλωθήκαμε στην αγωνία της νιότης
φλερτάροντας το θάνατο,
όσο γερνάνε οι ψυχές μας, τ’ αστέρια ραίνουνε με φως
τη ντροπαλή μας παιδικότητα.

(2011)

Tuesday, 17 December 2013

Σήμερα το Φάληρο μυρίζει βροχή και σοκολάτα από τις σοκολατοβιομηχανίες της Πειραιώς. Ύστερα τα καλύπτει όλα η μπόχα του Κηφισού. Η Αθήνα αγαπάει τα ποτάμια της. Παίρνω εκδίκηση αναγκάζοντας τα αυτοκίνητα να σταματούν στις διαβάσεις.

Για λίγο ακολουθώ ένα αγόρι με κιθάρα στην πλάτη- παλιά συνήθεια. Στην πραγματικότητα, απλώς διανύουμε την ίδια διαδρομή. Οταν για μια στιγμή αφαιρούμαι, στρίβει σε ένα στενό και εξαφανίζεται. Το ερμηνεύω ως σημάδι από το σύμπαν.

Μια λεπτή, σχεδόν αόρατη βροχή με μουσκεύει ύπουλα. Κρυώνω. Κι όμως εκείνο το βράδυ μου αποκάλυψες ότι ακόμα θυμόμαστε πως να κρατάμε τον χειμώνα απ’ έξω.

Ηθελα να αποστάξω το αποτύπωμα του προσώπου σου στο μαξιλάρι για να μεθάω από νοσταλγία τις παγωμένες νύχτες που θα ΄ρθουν.

Thursday, 12 December 2013

Ας αρχίσουμε επαναφέροντας το πραγματικό νόημα ορισμένων παρεξηγημένων εννοιών: Το αντίθετο της λογικής δεν είναι η τρέλα, ούτε- φυσικά- το συναίσθημα, αλλά η ελπίδα.

Όταν προσπαθώ να της δώσω ένα ανθρώπινο πρόσωπο, την φαντάζομαι σαν το γιατρό, που είχαν πάντοτε μαζί τους οι βασανιστές, μην τυχόν και τα θύματα τους κατάφερναν να ξεφύγουν πεθαίνοντας πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Το αντίθετο του έρωτα δεν είναι το μίσος, ούτε η απέχθεια, αλλά η γαλήνια σιωπηλή αδιαφορία. Τα πιο εξελιγμένα ανθρωποειδή αναμφίβολλα θα έχουν απαλλαγεί από την ενοχλητική τάση να ερωτεύονται ερήμην.

Δεν είσαι σύμβολο πια, έγινες κάτι ακόμα πιο άυλο: μια ιδέα. Αντιλαμβάνομαι πως δεν μπορώ να απαλλαγώ από τις εμμονές μου γιατί είναι ο τελευταίος κρίκος που με συνδέει μαζί σου- ερήμην, βέβαια.

Sunday, 8 December 2013

Ναι, ο χειμώνας και η νύχτα μεγεθύνουν τις αποστάσεις επ' άπειρον. Αδιαπέραστα τείχη χωρίζουν το Μέσα από το Έξω, τη θαλπωρή μιας βιβλιοθήκης από την παγερή ερημιά των δρόμων, το μικρόκοσμο του εσωτερικού πυρήνα από την αφιλόξενη απεραντοσύνη, όπου κατοικούν οι Άλλοι.

Κοινώς, η εγγύτητα εξακολουθεί να υπολογίζεται με μονάδες μέτρησης θερμότητας και επί του παρόντος η θερμοκρασία κυμαίνεται σε χαμηλά για την εποχή επίπεδα.

Ωστόσο, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας: Όπως ορισμένα δέντρα, έτσι κάποιοι άνθρωποι χάνουν το φύλλωμα τους το φθινόπωρο και παραμένουν σκιές του εαυτού τους έως την άνοιξη, όταν αρχίζουν σιγά σιγά να ανθίζουν.

Υπάρχουν, βέβαια, και τα λεγόμενα μονοετή φυτά, στα οποία δεν προσφέρεται η υπόσχεση της αναγέννησης. Ο μαρασμός είναι οριστικός. Ίσως, όμως, διανύουν κι αυτά στη διάρκεια της ζωής τους αμέτρητες μικρές εποχές, που δεν γίνονται αντιληπτές από τα ανθρώπινα αισθητήρια όργανα.

Κατά συνέπεια, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία καθορίζεται από το εκάστοτε μετρητικό σύστημα- η αιωνιότητα είναι θέμα προοπτικής.

Tuesday, 3 December 2013

«Aνήκω σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που, όταν βλέπουν μπροστά τους το προειδοποιητικό σήμα για αδιέξοδο, συνεχίζουν ευθεία, ίσως πατώντας μια ιδέα περισσότερο το γκάζι.» Κάπως έτσι άρχιζε το γράμμα.

«Πιο πολύ λατρεύω τα δευτερόλεπτα λίγο πριν τη σύγκρουση, όταν δεν μπορώ να απαλλαγώ από την παράλογη, αλλά εξαιρετικά επίμονη σκέψη πως αυτή τη φορά μπορεί επιτέλους να καταφέρω να περάσω μέσα από τον τοίχο, αλώβητος.

«Αυτό που απεχθάνομαι είναι οι τελείες. Από τα σημεία στίξης προτιμώ τα ερωτηματικά, κι όταν καμιά φορά το χέρι μου σχηματίζει αφηρημένα μια κουκκίδα στο τέλος κάποιας πρότασης, αμέσως προσθέτω άλλες δύο. Με αυτές τις μικρές αποσιωπήσεις τρέφονται τα φαντάσματα, που με ακολουθούν παντού.

«Μου λείπεις, ξέρεις. Το πρόβλημα είναι πως η απουσία σου αλλάζει συνέχεια σχήμα και δεν μπορώ να βρω την κατάλληλη παρουσία για να γεμίσει το κενό. Όλα τα Eσύ της ζωής μου μπλέκονται μεταξύ τους και δεν έχω ιδέα πια τι αναζητάω.

«Θέλω να σπάσω σε μικροσκοπικά κομματάκια τις στιγμές μας και να τα αφήνω ένα ένα να λιώνουν στο στόμα μου, γλυκόπικρα σαν μαύρη σοκολάτα. Έτσι ίσως να κρατήσουν περισσότερο τα υπολείμματα των αναμνήσεων και να μην χρειαστεί να βγω στους δρόμους για ανεφοδιασμό.»

Το γράμμα μάζευε για καιρό σκόνη στο τραπέζι, ώσπου μια κρύα νύχτα κάποιος το πέταξε στο τζάκι μαζί με τις εφημερίδες. Άλλωστε, κανένας δεν στέλνει επιστολές στην εποχή μας- μόνο οι δημόσιες υπηρεσίες και οι φυλακισμένοι.

Wednesday, 27 November 2013

Ροζ

Όλα ξεκίνησαν με ένα τριαντάφυλλο στο χρώμα της ειρωνείας.

Εκ των υστέρων, σκέφτομαι πως θα ήταν καλύτερο να το είχα αποξηράνει, διατηρώντας έτσι την αποστεγνωμένη ανάμνηση του στον αιώνα τον άπαντα, αντί να αλλάζω τρυφερά το νερό μέρα παρά μέρα, απλώς παρατείνοντας το μαρτύριο.

Στο τέλος, αναπόφευκτα, αναγκάστηκα να μαζέψω ένα ένα τα πεσμένα ροδοπέταλα, που έκανα πως δεν έβλεπα, και να τα πετάξω με συνοπτικές διαδικασίες στα σκουπίδια.

Έτσι κι αλλιώς, ο θάνατος του ήταν προδιαγεγραμμένος πριν καν φτάσει στο κατώφλι μου, συνοδευόμενο από το αρμόζον πλάγιο χαμόγελο. Ως σύμβολα του έρωτα, τα λουλούδια είναι πράγματι ιδανικά.

Τώρα, στη θέση του βάζου περιφέρεται μια φράση του Ντουρρούτι. Νομίζω πως προτιμώ τη νέα διαρρύθμιση, προτιμώ να ανήκω στη γενιά των απομνημονευμένων αποφθεγμάτων και της συναισθηματικής ανεπάρκειας, παρά σε αυτή των προμελετημένων θεατρικών χειρονομιών.

Συνέχεια περιμένω να μου πεις, κουράστηκα με τα ρομαντικά στιχάκια σου και τις ωδές στην αυτολύπηση. Κάτω απ' την άσφαλτο το χώμα ήδη φλέγεται, ας λατρέψουμε πάλι απ' την αρχή τους καυτούς δρόμους, ουρλιάζοντας με οργισμένη έκσταση.

Ακόμα σωπαίνεις- άραγε γιατί θεωρούμε δεδομένο πως η σιωπή γίνεται αισθητή με την ακοή; μοιραίο λάθος, τη σιωπή την αντιλαμβάνεσαι με όλες τις αισθήσεις-, μα εγώ θα περιμένω.

Κι όταν έρθεις ξανά στην πόρτα μου, δεν θέλω ανθοδέσμες, όχι άλλα δολοφονημένα τριαντάφυλλα, να φέρεις μόνο τα κουτιά με τις μπογιές σου. Θέλω να χρωματίσουμε μαζί τον κόσμο έξω από το παράθυρο μου.

Thursday, 21 November 2013

Τον τελευταίο καιρό συνέχεια χάνω τον εαυτό μου. Τον συναντάω τυχαία στον ηλεκτρικό, να χαζεύει έξω από το παράθυρο. Σε πολιτικές συζητήσεις, να αγορεύει με πάθος, αλλά χωρίς ιδιαίτερη πεποίθηση.

Τον παρατηρώ, όταν νομίζει πως δεν τον βλέπουν, να νιαουρίζει στις γάτες, να χαμογελάει στα σκυλιά ή να απομακρύνει από το πεζοδρόμιο τα σαλιγκάρια πριν τα πατήσει κάποιος αδιάφορος περαστικός.

Οι πράξεις του μου είναι συχνά ακατάληπτες, οι σκέψεις του μου διαφεύγουν, όμως καμιά φορά μοιραζόμαστε το ίδιο όνειρο, όπως προχθές, σε ένα ειδυλλιακό νησί των τροπικών σαν αυτά, που στόλιζαν παλιά τις βιτρίνες των τουριστικών πρακτορείων.

Περπατούσαμε στην άμμο μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε πως τα καταγάλανα νερά είχαν αρχίσει να στερεοποιοιούνται- δεν ήταν παγωμένα, μόνο ακίνητα, και η ακινησία επεκτεινόταν απειλητικά γύρω μας.

Τρομαγμένοι, απομακρυνθήκαμε από την ακτή. Ανάμεσα στα δέντρα ανακαλύψαμε τα αγάλματα- μια οικογένεια ιθαγενών με γυάλινα μάτια, πετρωμένη σε μια συνηθισμένη στιγμή καθημερινότητας.

Θύμιζαν τις μουμοιοποιημένες μορφές της Πομπηίας, μόνο που τα χαρακτηριστικά τους είχαν διατηρηθεί άθικτα και ίχνη λάβας δεν διακρίνονταν πουθενά.

Τότε αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι είχε συμβεί: Σε αυτόν τον μικρό παράδεισο, ο χρόνος είχε σταματήσει, οι κάτοικοι του είχαν περάσει στη σφαίρα της αιωνιότητας, μόνο που η περιβόητη αθανασία έμοιαζε πολύ με το θάνατο. Για την ακρίβεια, ήταν θάνατος- ένας σιωπηλός, αμετάκλητος θάνατος, σαν όλους τους θανάτους.

Το πρωί πήραμε πάλι ο καθένας το δρόμο του, κουβαλώντας μέσα μας, βαριά, τη γνώση: Στην χώρα της αθανασίας, όλοι οι άνθρωποι έχουν πεθάνει προ πολλού.

Sunday, 17 November 2013

Διαίσθηση (ή Yστερόγραφο μιας περαστικής οδοντόβουρτσας)

Ξαπλωμένη δεξιά απ' το νιπτήρα
σε ασφαλή απόσταση απ' το φιλόξενο πλαστικό ποτηράκι
από διακριτικότητα ή δισταγμό
ή- μάλλον- για να θυμίζει πως η παρουσία της ήταν προσωρινή.
Το πρόσωπο κρυμμένο πίσω απ' το αδιαφανές καπάκι της
από αιδημοσύνη ή ανασφάλεια
ή- μάλλον- σαν κάποιος που στέκει δίπλα στην εξώπορτα
πάντα φορώντας το καπέλο του
έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποχωρήσει.
Όπως και έγινε, ένα καθ' όλα συνηθισμένο πρωινό,
χωρίς αναγγελίες ή εξηγήσεις,
τόσο αθόρυβα, που η απουσία της έγινε αντιληπτή ώρες αργότερα.
Παράξενο. Γιατί καταλάμβανε αρκετό χώρο
έτσι γερμένη στο πλάι, διαγώνια στον κάτασπρο πάγκο
δεξιά απ' το νιπτήρα- απ' την πλευρά της πόρτας-,
με ανεξιχνίαστες προθέσεις και το σκληρό της προσωπείο.

Ναι, τελικά πρέπει να καταλάμβανε πολύ χώρο,
γιατί στο κενό που άφησε πίσω της
βυθίζονται ακόμα οι σκέψεις μου
πρωί μεσημέρι βράδυ.