Αντί για τη βαθιά αδιατάρακτη θλίψη της αθανασίας, εσύ επιλέγεις την τρυφερή αγωνία της επιβίωσης.
Ανταλλάσεις τους πολύτιμους λίθους της έμπνευσης με ένα σακί γεμάτο αλμυρά βότσαλα, τα αιθέρια φτερά σου με ένα ζευγάρι ανθεκτικές μπότες, τις αιώνιες μελωδίες με το απαλό κελάρυσμα της λήθης.
Εξακολουθείς να μη μετανιώνεις, ούτε καν όταν ξεχνιέσαι και απειλείς ανύποπτους περαστικούς με ανομολόγητους πόθους μεταμφιεσμένους σε επίμονα βλέμματα.
Οι μεθυσμένοι για επανάσταση ποιητές, μόνοι στα σκοτεινά δωμάτια τους, αφαιρούνται μετρώντας αντανακλάσεις αστεριών στην αρυτίδωτη λίμνη του βουλωμένου νεροχύτη.
Να αφήνεις χώρο στον χρόνο σου για τίποτα. Μόνο αυτό.
Thursday, 26 September 2013
Monday, 23 September 2013
Πιο πολύ από την υποψία ότι είχε χάσει την ικανότητα να ερωτεύεται, τον τρομοκρατούσε η σκέψη πως ίσως τελικά ο έρωτας είναι υπερεκτιμημένος.
Τυχαίο είναι, άραγε, ότι μας εμπνέουν κυρίως εκείνοι οι έρωτες, που μένουν ανικανοποίητοι; Ή το ότι οι εμμονές μας ατονούν όσο γερνάμε;
Ο έρωτας... η μεγάλη παράσταση της εφηβείας, που μας σημαδεύει για μια ζωή. Η αναζήτηση της αιωνιότητας- η αδιάσειστη απόδειξη πως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μας σαγηνεύει το αχνό περίγραμμα του ανέφικτου.
Η ματαιότητα- το σκληρό πεπρωμένο και η κινητήριος δύναμη μας.
Τυχαίο είναι, άραγε, ότι μας εμπνέουν κυρίως εκείνοι οι έρωτες, που μένουν ανικανοποίητοι; Ή το ότι οι εμμονές μας ατονούν όσο γερνάμε;
Ο έρωτας... η μεγάλη παράσταση της εφηβείας, που μας σημαδεύει για μια ζωή. Η αναζήτηση της αιωνιότητας- η αδιάσειστη απόδειξη πως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μας σαγηνεύει το αχνό περίγραμμα του ανέφικτου.
Η ματαιότητα- το σκληρό πεπρωμένο και η κινητήριος δύναμη μας.
Tuesday, 17 September 2013
Στο τέλος, ξέρεις πως θα μας απομείνει μονάχα η πρώτη μας μεγάλη αγάπη, τα βιβλία. Τα βιβλία, που μας κρατούσαν ξάγρυπνους τα βράδια, όταν ακόμα η έλλειψη δεν είχε πρόσωπο και η νοσταλγία ήταν κάτι το αφηρημένο, που θεράπευαν τη μοναξιά πριν καν μάθουμε να την αναγνωρίζουμε.
Σε αντίθεση με τα βιβλία, η ζωή δεν προσφέρεται για επιλόγους. Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε πως μπορούμε να προκαθορίσουμε τη στιγμή ενός τέλους και να αποχαιρετήσουμε τον αναγνώστη με μερικές βαρύγδουπες φράσεις. Βιώνουμε μικρούς θανάτους σχεδόν καθημερινά, όμως ποτέ κανένας αποχωρισμός δεν ανταποκρίνεται στα σχέδια μας.
Οι ιστορίες μας μοιάζουν να παρατείνονται επ' άπειρον, αντιστεκόμενες σε κάθε απόπειρα μας να τις διακόψουμε με τη βία, ή τελειώνουν αιφνιδιαστικά την πιο ακατάλληλη στιγμή, αφήνοντας μας να θρηνούμε απαρηγόρητοι, νιώθοντας τόσο έρημοι και εκτεθειμένοι όπως όταν ήμασταν παιδιά και φτάναμε απροσδόκητα στην τελευταία σελίδα ενός θαυμάσιου βιβλίου.
Σε αντίθεση με τα βιβλία, η ζωή δεν προσφέρεται για επιλόγους. Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε πως μπορούμε να προκαθορίσουμε τη στιγμή ενός τέλους και να αποχαιρετήσουμε τον αναγνώστη με μερικές βαρύγδουπες φράσεις. Βιώνουμε μικρούς θανάτους σχεδόν καθημερινά, όμως ποτέ κανένας αποχωρισμός δεν ανταποκρίνεται στα σχέδια μας.
Οι ιστορίες μας μοιάζουν να παρατείνονται επ' άπειρον, αντιστεκόμενες σε κάθε απόπειρα μας να τις διακόψουμε με τη βία, ή τελειώνουν αιφνιδιαστικά την πιο ακατάλληλη στιγμή, αφήνοντας μας να θρηνούμε απαρηγόρητοι, νιώθοντας τόσο έρημοι και εκτεθειμένοι όπως όταν ήμασταν παιδιά και φτάναμε απροσδόκητα στην τελευταία σελίδα ενός θαυμάσιου βιβλίου.
Monday, 9 September 2013
To καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του κι οι σαγηνευτικές υποσχέσεις του αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά αντικατοπτρισμοί.
Καμιά απάντηση δεν μας χαρίστηκε, δεν μπορέσαμε ούτε καν να καταλάβουμε αν η μοναξιά είναι συναίσθημα, κατάσταση ή απλά μια πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας, στο ίδιο πακέτο με τη γνώση της θνητότητας, τη μάταιη αγωνία για το αύριο και τη λαχτάρα-αποστροφή για το θανατο.
Άραγε είναι μοιραίο σφάλμα να περιμένουμε από έναν άλλο άνθρωπο να μας απαλλάξει από τα βάρη της ίδιας μας της ύπαρξης;
Μην παίρνεις τα λόγια μου στα σοβαρά, όσο κι αν παριστάνω τον παντογνώστη δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο ερωτηματικό, που παραπατάει σε άγνωστα μονοπάτια.
Επαναλαμβάνω τόσες φορές τα αγαπημένα μου λάθη, που πλέον αγγίζουν μιας μορφής εκτελεστική τελειότητα. Μετανιώνω τόσο συχνά, που οι νέες ενοχές απλώς προστίθενται στο σωρό και οι ικεσίες μου για συγχώρεση απευθύνονται σε μία αφηρημένη φιγούρα ή ένα πρόσωπο από καιρό εξαφανισμένο.
Φαντάσου, χρόνια ολόκληρα ουρλιάζω στους αφιλόξενους δρόμους διεκδικώντας ή ζητιανεύοντας την αγάπη, μα όταν μου προσφέρεται δεν ξέρω τι να την κάνω, δεν βρίσκω ούτε ένα άδειο ράφι, μια μουσειακή προθήκη, ένα βάρθρο να την ακουμπήσω, και, το χειρότερο, την αγάπη του εαυτού μου δεν την κατέκτησα ποτέ.
Καμιά απάντηση δεν μας χαρίστηκε, δεν μπορέσαμε ούτε καν να καταλάβουμε αν η μοναξιά είναι συναίσθημα, κατάσταση ή απλά μια πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας, στο ίδιο πακέτο με τη γνώση της θνητότητας, τη μάταιη αγωνία για το αύριο και τη λαχτάρα-αποστροφή για το θανατο.
Άραγε είναι μοιραίο σφάλμα να περιμένουμε από έναν άλλο άνθρωπο να μας απαλλάξει από τα βάρη της ίδιας μας της ύπαρξης;
Μην παίρνεις τα λόγια μου στα σοβαρά, όσο κι αν παριστάνω τον παντογνώστη δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο ερωτηματικό, που παραπατάει σε άγνωστα μονοπάτια.
Επαναλαμβάνω τόσες φορές τα αγαπημένα μου λάθη, που πλέον αγγίζουν μιας μορφής εκτελεστική τελειότητα. Μετανιώνω τόσο συχνά, που οι νέες ενοχές απλώς προστίθενται στο σωρό και οι ικεσίες μου για συγχώρεση απευθύνονται σε μία αφηρημένη φιγούρα ή ένα πρόσωπο από καιρό εξαφανισμένο.
Φαντάσου, χρόνια ολόκληρα ουρλιάζω στους αφιλόξενους δρόμους διεκδικώντας ή ζητιανεύοντας την αγάπη, μα όταν μου προσφέρεται δεν ξέρω τι να την κάνω, δεν βρίσκω ούτε ένα άδειο ράφι, μια μουσειακή προθήκη, ένα βάρθρο να την ακουμπήσω, και, το χειρότερο, την αγάπη του εαυτού μου δεν την κατέκτησα ποτέ.
Thursday, 29 August 2013
Όταν δίδασκαν στο σχολείο για τις ανθρώπινες σχέσεις, εμείς υφαίναμε ηλιαχτίδες σε διαφανείς διακυρήξεις αιωνιότητας.
Αντί απολυτηρίου, πήραμε ένα λευκό τετράδιο, που σιγά σιγά γέμιζε ωδές στο ανικανοποίητο και λίστες με τα ονόματα όσων έχουνε φύγει πια.
Εσύ τους έδιωξες. Εσύ με την ασίγαστη ένταση, τα φριχτά μυστικά και τις ατελείς επιθυμίες. Εσύ με τις αόριστα προκλητικές ματιές σε αγνώστους. Εσύ με τις αλληλοσυγκρουόμενες ελπίδες, τις κλειστές πόρτες και τα ορθάνοιχτα παράθυρα.
Κάποιες μέρες νιώθω σαν ένα από τα χτυπημένα εισιτήρια στα σκουπίδια. Μου μένουν ακόμα μια δυο διαδρομές, αρκεί κάποιος να με ανακαλύψει έγκαιρα. Μπορώ ίσως να τον ταξιδέψω και ως το τέλος της γραμμής, αρκεί να με ξεθάψει ανάμεσα στα χάρτινα ποτήρια, τις φλούδες πορτοκαλιού και τις πλαστές ερωτικές επιστολές.
Μέλη βαριά απ' τον καύσωνα. Ψυχή παγωμένη. Μα εσύ δεν πίστεψες ποτέ πως υπάρχει ψυχή. Μόνο νευρώνες, συνάψεις, ένας εγκέφαλος που γερνάει. Το πνεύμα μια παρενέργεια του σώματος. Τίποτα που να σώζεται, καμιά υπόσχεση αθανασίας.
Ο χρόνος τρέχει, τρέχεις κι εσύ για να προλάβεις. Τυχαίες συναντήσεις, φευγαλέα βλέμματα, βίαιοι αποχαιρετισμοί. Θυμίσου να... Ξεχνάς. Η μοναξιά φεύγει και επιστρέφει σαν ριπές ανέμου. Σπας τον καθρέφτη μήπως και καταφέρεις να αντικρύσεις όλα τα πρόσωπα σου ταυτόχρονα. Μάταιος κόπος.
Και τώρα τι; Θα βυθιστούμε ξανά στη σιωπή;
Εσύ τους έδιωξες. Εσύ με την ασίγαστη ένταση, τα φριχτά μυστικά και τις ατελείς επιθυμίες. Εσύ με τις αόριστα προκλητικές ματιές σε αγνώστους. Εσύ με τις αλληλοσυγκρουόμενες ελπίδες, τις κλειστές πόρτες και τα ορθάνοιχτα παράθυρα.
Κάποιες μέρες νιώθω σαν ένα από τα χτυπημένα εισιτήρια στα σκουπίδια. Μου μένουν ακόμα μια δυο διαδρομές, αρκεί κάποιος να με ανακαλύψει έγκαιρα. Μπορώ ίσως να τον ταξιδέψω και ως το τέλος της γραμμής, αρκεί να με ξεθάψει ανάμεσα στα χάρτινα ποτήρια, τις φλούδες πορτοκαλιού και τις πλαστές ερωτικές επιστολές.
Μέλη βαριά απ' τον καύσωνα. Ψυχή παγωμένη. Μα εσύ δεν πίστεψες ποτέ πως υπάρχει ψυχή. Μόνο νευρώνες, συνάψεις, ένας εγκέφαλος που γερνάει. Το πνεύμα μια παρενέργεια του σώματος. Τίποτα που να σώζεται, καμιά υπόσχεση αθανασίας.
Ο χρόνος τρέχει, τρέχεις κι εσύ για να προλάβεις. Τυχαίες συναντήσεις, φευγαλέα βλέμματα, βίαιοι αποχαιρετισμοί. Θυμίσου να... Ξεχνάς. Η μοναξιά φεύγει και επιστρέφει σαν ριπές ανέμου. Σπας τον καθρέφτη μήπως και καταφέρεις να αντικρύσεις όλα τα πρόσωπα σου ταυτόχρονα. Μάταιος κόπος.
Και τώρα τι; Θα βυθιστούμε ξανά στη σιωπή;
Friday, 23 August 2013
Στις θλιμμένες ελλείψεις μας, όλοι αποξενωμένοι. Απογοητεύουμε σχεδόν από συνήθεια.
Αναζητώντας το αύριο, ξεθάβουμε το παρελθόν- άντε μετά να ξεχωρίσεις το φόβο απ' την επιθυμία, τη νοσταλγία απ' την ενοχή, τον έρωτα απ΄την ανάγκη.
Σε τελετές εξαγνισμού, πνιγμένες στο αίμα, περιφέρουμε σαν εικόνα τη φρίκη μας. Μια άνοιξη, μια άνοιξη για να μας σώσει...
Κλειστά παράθυρα με θέα τη θάλασσα των αναμνήσεων κι ένα καράβι έρμαιο των ανέμων- οι υποσχέσεις μας, βαριές σιωπές που βουλιάζουν στην άμμο.
Αντί για άγκυρα είχες καρφώσει ένα γεράνι στο δέρμα μου, είχες ξαπλώσει σ' ένα λιβάδι από θειάφι.
Ωσπου μια μέρα σκόρπισαν σαν πεταλούδες οι ανάσες μας. Σάλπαρες για το πουθενά με το γνωστό σινάφι.
(Οι υποψίες έχασκαν σαν συλημένοι τάφοι.)
Η ειρωνεία, η ειρωνεία...
Αναζητώντας το αύριο, ξεθάβουμε το παρελθόν- άντε μετά να ξεχωρίσεις το φόβο απ' την επιθυμία, τη νοσταλγία απ' την ενοχή, τον έρωτα απ΄την ανάγκη.
Σε τελετές εξαγνισμού, πνιγμένες στο αίμα, περιφέρουμε σαν εικόνα τη φρίκη μας. Μια άνοιξη, μια άνοιξη για να μας σώσει...
Κλειστά παράθυρα με θέα τη θάλασσα των αναμνήσεων κι ένα καράβι έρμαιο των ανέμων- οι υποσχέσεις μας, βαριές σιωπές που βουλιάζουν στην άμμο.
Αντί για άγκυρα είχες καρφώσει ένα γεράνι στο δέρμα μου, είχες ξαπλώσει σ' ένα λιβάδι από θειάφι.
Ωσπου μια μέρα σκόρπισαν σαν πεταλούδες οι ανάσες μας. Σάλπαρες για το πουθενά με το γνωστό σινάφι.
(Οι υποψίες έχασκαν σαν συλημένοι τάφοι.)
Η ειρωνεία, η ειρωνεία...
Thursday, 15 August 2013
Μείναμε μόνοι στην πόλη, που σκοτώνει τα παιδιά της. Καυτή άσφαλτος- τα πρωινά μας ξυπνούν τα πυροσβεστικά αεροσκάφη.
Σκέφτομαι πως οι σημαίες ήταν πάντοτε το πιο ταιριαστό σύμβολο της βίας. Σημαίες σε όλα τα χρώματα σκεπάζουν τους νεκρούς αυτού του κόσμου και τους αγέννητους του κόσμου που θα ΄ρθει.
Μείναμε μόνοι μας στην πόλη. Στους δρόμους δεν βλέπω παρά ανέκφραστα πρόσωπα με το βλέμμα χαμηλωμένο. Αμέτρητα εγώ, αμέτρητα εσύ. Αμέτρητα εμείς σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης.
Πόσο εύκολα προσάπτουμε στους Άλλους την κατηγορία της υποκρισίας, κρυμμένοι πίσω από τα λαμπερά προσωπεία μας...
Πόσο ανώδυνα καταδικάζουμε τους λιποτάκτες, ενώ δεν τους προσφέραμε ούτε μια στάλα βεβαιότητας, ούτε ένα κομματάκι έδαφος για να μπορέσουν να σταθούν πλάι μας, ούτε ένα άνοιγμα προς τον ουρανό για να μπορέσουν να μας αγαπήσουν...
Οι πιο σκληροί άνθρωποι που γνώρισα ήταν τελικά οι πιο πληγωμένοι. Φοβάμαι πως μια μέρα τα Ανείπωτα θα μας πνίξουν σε μια ύστατη πράξη εκδίκησης, ξέροντας πως θα χαθούν μαζί μας.
Σκέφτομαι πως οι σημαίες ήταν πάντοτε το πιο ταιριαστό σύμβολο της βίας. Σημαίες σε όλα τα χρώματα σκεπάζουν τους νεκρούς αυτού του κόσμου και τους αγέννητους του κόσμου που θα ΄ρθει.
Μείναμε μόνοι μας στην πόλη. Στους δρόμους δεν βλέπω παρά ανέκφραστα πρόσωπα με το βλέμμα χαμηλωμένο. Αμέτρητα εγώ, αμέτρητα εσύ. Αμέτρητα εμείς σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης.
Πόσο εύκολα προσάπτουμε στους Άλλους την κατηγορία της υποκρισίας, κρυμμένοι πίσω από τα λαμπερά προσωπεία μας...
Πόσο ανώδυνα καταδικάζουμε τους λιποτάκτες, ενώ δεν τους προσφέραμε ούτε μια στάλα βεβαιότητας, ούτε ένα κομματάκι έδαφος για να μπορέσουν να σταθούν πλάι μας, ούτε ένα άνοιγμα προς τον ουρανό για να μπορέσουν να μας αγαπήσουν...
Οι πιο σκληροί άνθρωποι που γνώρισα ήταν τελικά οι πιο πληγωμένοι. Φοβάμαι πως μια μέρα τα Ανείπωτα θα μας πνίξουν σε μια ύστατη πράξη εκδίκησης, ξέροντας πως θα χαθούν μαζί μας.
Saturday, 10 August 2013
Ύστερα καταλάβαμε πως ήταν λάθος να μετράμε την απόσταση σε χιλιόμετρα. Σε νύχτες μετριέται η απόσταση, σε εβδομάδες και μήνες, σε σιωπές και αποσιωπήσεις.
Την εγγύτητα είχαμε μάθει από μικροί να την αντιλαμβανόμαστε όπως τη θερμοκρασία: Αν έρθεις πολύ κοντά, ενδέχεται να καείς. Μα εσύ κρυώνεις και δεν σταματάς να προσπαθείς να πλησιάσεις. Πιο κοντά. Πιο κοντά.
Σώματα, που αγωνίζονται να γίνουν ένα. Ψυχές, που αδυνατούν να ξεχωρίσουν ποιά από τα σκορπισμένα κομμάτια είναι τα δικά τους. Στο τέλος, μαζεύουν όσα μπορούν να χωρέσουν οι τσέπες τους κι αποχωρούν, τάχα με το κεφάλι ψηλά. Χειμωνιάζει.
Αλλά σε αυτό το όνειρο είναι ακόμα καλοκαίρι. Τι κι αν η απώλεια απλώνει τη βαριά σκιά της πάνω από τους μαζικούς τάφους των αναμνήσεων;
Εσύ έχεις ήδη φυτέψει εκρηκτικά στα θεμέλια της οχύρωσης, που έχτισες για να σε προστατεύει από αδέσποτες βολές και αμφιβόλων προθέσεων τοξοβόλες θεότητες.
Στον απέναντι λόφο, το είδωλο σου χαμογελά προσμένοντας την έκρηξη. Για άλλη μια φορά, είσαι πρόθυμος να ανταλλάξεις όλες τις βεβαιότητες του κόσμου με μια εύθραυστη υπόσχεση τηλεπαθητικής απόδρασης από τη μονωμένη, ακέραια πραγματικότητά σου.
Ολόκληρη η ύπαρξη σου, ένα κόκκινο λουλούδι ευλαβικά αφημένο στο βωμό των ανεξερεύνητων πιθανοτήτων.
Την εγγύτητα είχαμε μάθει από μικροί να την αντιλαμβανόμαστε όπως τη θερμοκρασία: Αν έρθεις πολύ κοντά, ενδέχεται να καείς. Μα εσύ κρυώνεις και δεν σταματάς να προσπαθείς να πλησιάσεις. Πιο κοντά. Πιο κοντά.
Σώματα, που αγωνίζονται να γίνουν ένα. Ψυχές, που αδυνατούν να ξεχωρίσουν ποιά από τα σκορπισμένα κομμάτια είναι τα δικά τους. Στο τέλος, μαζεύουν όσα μπορούν να χωρέσουν οι τσέπες τους κι αποχωρούν, τάχα με το κεφάλι ψηλά. Χειμωνιάζει.
Αλλά σε αυτό το όνειρο είναι ακόμα καλοκαίρι. Τι κι αν η απώλεια απλώνει τη βαριά σκιά της πάνω από τους μαζικούς τάφους των αναμνήσεων;
Εσύ έχεις ήδη φυτέψει εκρηκτικά στα θεμέλια της οχύρωσης, που έχτισες για να σε προστατεύει από αδέσποτες βολές και αμφιβόλων προθέσεων τοξοβόλες θεότητες.
Στον απέναντι λόφο, το είδωλο σου χαμογελά προσμένοντας την έκρηξη. Για άλλη μια φορά, είσαι πρόθυμος να ανταλλάξεις όλες τις βεβαιότητες του κόσμου με μια εύθραυστη υπόσχεση τηλεπαθητικής απόδρασης από τη μονωμένη, ακέραια πραγματικότητά σου.
Ολόκληρη η ύπαρξη σου, ένα κόκκινο λουλούδι ευλαβικά αφημένο στο βωμό των ανεξερεύνητων πιθανοτήτων.
Monday, 5 August 2013
Υπερσιβηρικός
Καθώς το τρένο διέσχιζε τη στέπα, πιάσαμε πάλι την κουβέντα της ελευθερίας.
«Κάποτε σκέφτομαι πως ίσως τελικά αυτή η ανάγκη ώθησε τους ανθρώπους να χτίσουν τον παράδεισο. Αλλοτε σκέφτομαι πως είναι η λαχτάρα του θανάτου», απήγγειλες, ανασύροντας από τη μνήμη σου στίχους κάποιου εφηβικού ποιήματος.
«Δημιουργήσαμε τον παράδεισο για να μη μας τρομάζει ο θάνατος», συμφώνησε η σκιά σου. «Τον πλάσαμε τόσο ιδανικό, που η ζωή άρχισε να μας φαίνεται ανυπόφορη στη σύγκριση.
«Από τότε αυτοκτονούμε ένας ένας, πέφτουμε από ουρανοξύστες, γευόμαστε με ενθουσιασμό το δηλητήριο, πιέζουμε ανυπόμονα τη σκανδάλη...
«Οταν μας βρίσκουν, το πρωί, σκουπίζουν απ’ το πάτωμα χιλιάδες βαθυκόκκινες κηλίδες ανατιναγμένου παραδείσου».
Είπαμε κι άλλα πολλά στο μισοσκότεινο δωμάτιο, ενώ μετρούσαμε τ’ αστέρια, που έπεφταν απ’ το ταβάνι. Όταν μας τέλειωσαν οι ευχές, ευχόμασταν μόνο να σταματήσουν να πέφτουν, να πάψουν επιτέλους να μας υπενθυμίζουν ότι δεν είχαμε πια τίποτα να περιμένουμε.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι. Κάποια στιγμή θα πρέπει να μας αποσυναρμολόγισαν για τη μετακόμιση. Ανάμεσα στα δάχτυλα μας είχαν φυτρώσει μαργαρίτες.
Κάπου μακριά, το τρένο ακόμα διέσχιζε τη στέπα.
«Κάποτε σκέφτομαι πως ίσως τελικά αυτή η ανάγκη ώθησε τους ανθρώπους να χτίσουν τον παράδεισο. Αλλοτε σκέφτομαι πως είναι η λαχτάρα του θανάτου», απήγγειλες, ανασύροντας από τη μνήμη σου στίχους κάποιου εφηβικού ποιήματος.
«Δημιουργήσαμε τον παράδεισο για να μη μας τρομάζει ο θάνατος», συμφώνησε η σκιά σου. «Τον πλάσαμε τόσο ιδανικό, που η ζωή άρχισε να μας φαίνεται ανυπόφορη στη σύγκριση.
«Από τότε αυτοκτονούμε ένας ένας, πέφτουμε από ουρανοξύστες, γευόμαστε με ενθουσιασμό το δηλητήριο, πιέζουμε ανυπόμονα τη σκανδάλη...
«Οταν μας βρίσκουν, το πρωί, σκουπίζουν απ’ το πάτωμα χιλιάδες βαθυκόκκινες κηλίδες ανατιναγμένου παραδείσου».
Είπαμε κι άλλα πολλά στο μισοσκότεινο δωμάτιο, ενώ μετρούσαμε τ’ αστέρια, που έπεφταν απ’ το ταβάνι. Όταν μας τέλειωσαν οι ευχές, ευχόμασταν μόνο να σταματήσουν να πέφτουν, να πάψουν επιτέλους να μας υπενθυμίζουν ότι δεν είχαμε πια τίποτα να περιμένουμε.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι. Κάποια στιγμή θα πρέπει να μας αποσυναρμολόγισαν για τη μετακόμιση. Ανάμεσα στα δάχτυλα μας είχαν φυτρώσει μαργαρίτες.
Κάπου μακριά, το τρένο ακόμα διέσχιζε τη στέπα.
Wednesday, 31 July 2013
Κάποτε πίστευα πως ο έρωτας είναι το αντίδοτο της μοναξιάς. Τώρα ξέρω ότι απλώς τη συγκαλύπτει, όπως τα παυσίπονα ανακουφίζουν από τον πόνο, χωρίς να θεραπεύουν την αιτία του.
Και η ζωή δεν ήταν ποτέ ανθόσπαρτη για τους ρομαντικούς κυνικούς σαν εμάς. Καμιά φορά, όταν νυχτώνει, σε παρακολουθώ να αφαιρείς ένα ένα τα στρώματα της πετρωμένης λάβας μου- κατάλοιπα αιώνων θλίψης.
Δεν προσπαθώ να σε εμποδίσω, αλλά ενδόμυχα φοβάμαι μήπως δεν υπάρχει τίποτα πια από κάτω. Ο ευάλωτος πυρήνας μου μπορεί να έχει πεθάνει από ασφυξία εδώ και χρόνια.
Ύστερα, μου ψιθυρίζεις καθησυχαστικές φράσεις, μα πριν τολμήσω να τις πιστέψω μου θυμίζεις πως δεν ήταν παρά ένα αστείο, ακόμα μία σκηνή στην γλυκόπικρη παράσταση μας. Χαμογελάω- γνωρίζω καλά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Χαμογελάω γιατί έχω ξεχάσει να κλαίω. Αντί να εκλιπαρώ για θραύσματα αμοιβαιότητας, έμαθα να τα εκβιάζω δημιουργώντας αυτόφωτα παραθαλάσσια δράματα.
Είμαι ολόκληρη. Η λαχτάρα για ελευθερία κι ατέλειωτους δρόμους παραπατάει ναρκωμένη από τις υποσχέσεις μιας ύπουλης κανονικότητας. Η μοναξιά με ακολουθεί παντού σαν πιστό σκυλί.
Κι όμως, η ανεξήγητη βεβαιότητα της διαίσθησης εξακολουθεί να σχηματίζει δροσερές οάσεις μέσα στην καυτή έρημο της αμφιβολλίας, που διασχίζουμε με τα δάχτυλα μας να μπλέκονται διστακτικά, υποψιασμένα, αδιάφορα τάχα.
Και η ελπίδα θα είναι πάντοτε η καταδίκη, το δηλητήριο στις φλέβες και το μοναδικό μας καταφύγιο.
Και η ζωή δεν ήταν ποτέ ανθόσπαρτη για τους ρομαντικούς κυνικούς σαν εμάς. Καμιά φορά, όταν νυχτώνει, σε παρακολουθώ να αφαιρείς ένα ένα τα στρώματα της πετρωμένης λάβας μου- κατάλοιπα αιώνων θλίψης.
Δεν προσπαθώ να σε εμποδίσω, αλλά ενδόμυχα φοβάμαι μήπως δεν υπάρχει τίποτα πια από κάτω. Ο ευάλωτος πυρήνας μου μπορεί να έχει πεθάνει από ασφυξία εδώ και χρόνια.
Ύστερα, μου ψιθυρίζεις καθησυχαστικές φράσεις, μα πριν τολμήσω να τις πιστέψω μου θυμίζεις πως δεν ήταν παρά ένα αστείο, ακόμα μία σκηνή στην γλυκόπικρη παράσταση μας. Χαμογελάω- γνωρίζω καλά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Χαμογελάω γιατί έχω ξεχάσει να κλαίω. Αντί να εκλιπαρώ για θραύσματα αμοιβαιότητας, έμαθα να τα εκβιάζω δημιουργώντας αυτόφωτα παραθαλάσσια δράματα.
Είμαι ολόκληρη. Η λαχτάρα για ελευθερία κι ατέλειωτους δρόμους παραπατάει ναρκωμένη από τις υποσχέσεις μιας ύπουλης κανονικότητας. Η μοναξιά με ακολουθεί παντού σαν πιστό σκυλί.
Κι όμως, η ανεξήγητη βεβαιότητα της διαίσθησης εξακολουθεί να σχηματίζει δροσερές οάσεις μέσα στην καυτή έρημο της αμφιβολλίας, που διασχίζουμε με τα δάχτυλα μας να μπλέκονται διστακτικά, υποψιασμένα, αδιάφορα τάχα.
Και η ελπίδα θα είναι πάντοτε η καταδίκη, το δηλητήριο στις φλέβες και το μοναδικό μας καταφύγιο.
Tuesday, 30 July 2013
Θυμάμαι κάποτε ένας αστροναύτης μου είχε πει:
Ολη μου τη ζωή κοιτούσα τ’ αστέρια και αισθανόμουν μικρός, απειροελάχιστος, ένας κόκκος άμμου στην απέραντη ακρογιαλιά του σύμπαντος.
Ονειρευόμουν πως μια μέρα θα αντίκριζα από μακριά αυτή τη γαλαζοπράσινη σφαίρα. Πρόσμενα όλο ανυπομονησία τη στιγμή της απόλυτης ταπείνωσης και την ελευθερία, που θα μου πρόσφερε η επίγνωση της ασημαντότητας μου.
Κι όμως, όταν επιτέλους βρέθηκα ολομόναχος στο βελούδινο σκοτάδι του διαστήματος, ένιωσα θεός, μοναδικός, πανίσχυρος. Πιο γρήγορος από την επιτάχυνση της βαρύτητας. Πιο δυνατός από τα δεσμά της μοίρας.
Αυτό που τελικά με συνέθλιψε, δεν ήταν κάποιου είδους νέμεσις, το τίμημα, που έπρεπε να πληρώσω για την αλαζονεία μου, αλλά το ίδιο το βάρος της ευθύνης- κρατούσα στα χέρια μου το πεπρωμένο ολόκληρου του κόσμου.
Από τότε απευθύνω τις φιλοσοφικές μου απορίες μόνο σε γεράκια, αγριοκάτσικα και πλατάνους. Προπάντων οι πλάτανοι δεν με απογοητεύουν ποτέ.
Και, μια φορά, ένα ποδήλατο μου είχε μιλήσει για τη μουσική της αέναης κίνησης. Ζούμε για το ταξίδι, πεθαίνουμε για τον προορισμό. Ή ίσως ήταν το αντίστροφο.
Ωστόσο διέκρινα ένα ίχνος επιτήδευσης στη φωνή του και δεν το πίστεψα. Αποφάσισα να μην διαβάζω πια βιβλία κι εφημερίδες, μόνο τα συνθήματα στους τοίχους.
Ολη μου τη ζωή κοιτούσα τ’ αστέρια και αισθανόμουν μικρός, απειροελάχιστος, ένας κόκκος άμμου στην απέραντη ακρογιαλιά του σύμπαντος.
Ονειρευόμουν πως μια μέρα θα αντίκριζα από μακριά αυτή τη γαλαζοπράσινη σφαίρα. Πρόσμενα όλο ανυπομονησία τη στιγμή της απόλυτης ταπείνωσης και την ελευθερία, που θα μου πρόσφερε η επίγνωση της ασημαντότητας μου.
Κι όμως, όταν επιτέλους βρέθηκα ολομόναχος στο βελούδινο σκοτάδι του διαστήματος, ένιωσα θεός, μοναδικός, πανίσχυρος. Πιο γρήγορος από την επιτάχυνση της βαρύτητας. Πιο δυνατός από τα δεσμά της μοίρας.
Αυτό που τελικά με συνέθλιψε, δεν ήταν κάποιου είδους νέμεσις, το τίμημα, που έπρεπε να πληρώσω για την αλαζονεία μου, αλλά το ίδιο το βάρος της ευθύνης- κρατούσα στα χέρια μου το πεπρωμένο ολόκληρου του κόσμου.
Από τότε απευθύνω τις φιλοσοφικές μου απορίες μόνο σε γεράκια, αγριοκάτσικα και πλατάνους. Προπάντων οι πλάτανοι δεν με απογοητεύουν ποτέ.
Και, μια φορά, ένα ποδήλατο μου είχε μιλήσει για τη μουσική της αέναης κίνησης. Ζούμε για το ταξίδι, πεθαίνουμε για τον προορισμό. Ή ίσως ήταν το αντίστροφο.
Ωστόσο διέκρινα ένα ίχνος επιτήδευσης στη φωνή του και δεν το πίστεψα. Αποφάσισα να μην διαβάζω πια βιβλία κι εφημερίδες, μόνο τα συνθήματα στους τοίχους.
Subscribe to:
Posts (Atom)